Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Ἀριστοφάνης ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (μετὰ νεοελληνικῆς ἀποδόσεως)


Ἀριστοφάνης ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (μετὰ νεοελληνικῆς ἀποδόσεως)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
{Η σκηνὴ παριστᾶ ὁδόν, ἀφ᾿ ἧς βλέπει ἡ οἰκία τῆς Λυσιστράτης.
Ἄποψις τῆς Ἀκροπόλεως.Ἡ Λυσιστράτη ἵσταται παρὰ τὴν θύραν τῆς οἰκίας
τῆς.}
ΣΚΗΝΗ Α´
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μ᾿ ἂν τὶς ἐκάλεσε κανεὶς [κι ἀπὸ τὰ σπίτια φύγανε]
καὶ ἢ στοῦ Βάκχου τὸ ναό, ἢ στοῦ Πανὸς ἐπήγανε,[2]
ἢ στὴ Γεννετυλίδα[3] μᾶς, ἢ καὶ στὴν Κωλιάδα,[4]--
ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ τύμπανα ποὺ θα᾿ νὲ στὴν ἀράδα,
δὲν θὰ μποροῦσε βέβαια γυναίκα νὰ περάση.
Κι ὅμως καμμιὰ δὲν φάνηκε στὸ σπίτι μου νὰ φθάση--
ἔξω ἀπὸ τὴ γειτόνισσα ποὺ ἔρχεται τρεχάτη.
-Τὴν Καλονίκη χαιρετῶ.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Κ᾿ ἐγὼ τὴ Λυσιστράτη.
(Δίδουν τὰς χείρας)
Τὸ μάτι μου σὲ ταραχὴ καὶ σκυθρωπὴ σὲ βλέπει·
νὰ γίνωνται τὰ φρύδια σου σὰν τόξα, δὲν σοῦ πρέπει,
παιδί μου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλονίκη μου, μέσ᾿ στὴν καρδιά μου καίει
γιὰ τὶς γυναῖκες μιὰ φωτιά, ποὺ κάθε ἄνδρας λέει
πὼς εἴμαστ᾿ ὅλες πονηρὲς καὶ τοῦτο μὲ λυπεῖ.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ τὸ θεό! δὲν εἴμαστε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ εἴχαμε εἰπῆ
ἐδῶ νὰ μαζευθοῦμε,
καὶ ὅλες γιὰ ὑπόθεσι σπουδαία νὰ σκεφθοῦμε·
μὰ νὰ τὲς ποὺ δὲν ἔρχονται· τὸ ρίξαν στὸ κοιμήσι.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Θα᾿ ρθοῦν. Δὲν εἶνε εὔκολο πολὺ νὰ ξεκινήσῃ
γυναίκ᾿ ἀπὸ τὸ σπίτι της· ἡ μία θὰ φροντίσῃ
καὶ γιὰ τὸ νοικοκύρη της· ἐκείνη θὰ ξυπνήσῃ
τὸ δοῦλο της· ἢ τὸ μωρὸ ἡ ἄλλη θὰ κοιμίσῃ·
κι αὐτὴ θὰ λούσῃ τὸ παιδί, κι αὐτὴ θὰ τὸ ταΐσῃ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἐδῶ ὑπάρχει κάτι
πειὸ σπουδαιότερ᾿ ἀπ᾿ αὐτά.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Τί τρέχει, Λυσιστράτη;
ποὺ τὶς γυναῖκες κάλεσες νὰ ρθοῦνε δίχως ἄλλο;
Ποιὸ πράγμα εἶνε, φίλη μου, καὶ πόσο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἄ, μεγάλο.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μπά! μήπως εἶνε καὶ χονδρόν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ τὸ θεό, χονδρόν.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ τότε πῶς δὲν ἤλθαμε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν εἶνε [τῶν ἀνδρῶν]
αὐτὸ ποὺ ξέρεις· τότε πειὰ θὰ φθάναμε τρεχάλα·
μὰ εἶνε πράματ᾿ ἄλλα,
ποὺ νὰ ἐξέτασα καλὰ μονάχη μπρὸς καὶ πίσω,
κι ἀγρύπνησα πολλὲς νυχτιές, γιὰ νὰ τὰ συζητήσω.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἀμ᾿ τότε θα᾿ νὲ πράματα πολὺ λεπτὰ ἐπίσης,
γιὰ νὰ μπορέσῃς εὔκολα νὰ τὰ στριφογυρίσῃς.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τόσο λεπτά, ποὺ ἡ Ἑλλὰς μπορεῖ [σ᾿ αὐτὸν τὸ χρόνο,]
τὴ σωτηρία της νὰ βρῇ μὲ τὶς γυναῖκες μόνο.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὲ τὶς γυναῖκες!; [Ἔλα δά! θα᾿ τᾶν μεγάλο θάμα,]
νὰ στέκ᾿ ἡ σωτηρία της σὲ τόσο λίγο πράμα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γιὰ τὸ καλό της πόλεως ὅ, τί θὰ εἰπῶ, ἂν γίνη,
ἀπὸ Πελοποννήσιο ρουθούνι δὲν θὰ μείνη.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ τὸ θεό, καλήτερα νὰ λείψουνε κι αὐτοί.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ τότε θὰ καταστραφοῦν καὶ ὂλ᾿ οἱ Βοιωτοί.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἀλλὰ νὰ μὴ καταστραφοῦν καὶ ὅλοι στὴν ἐντέλεια·
[τῆς Κωπαΐδας μοναχά] ἑξαίρεσε τὰ χέλια.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γιὰ τὴν Ἀθήνα δὲ ποτὲ στὸ νοῦ μου δὲν θὰ βάλω
τέτοιο κακὸ μεγάλο.
[Μὰ τοῦτο δὲν σημαίνει,]
μπορεῖς νὰ νοιώσης μόνη σου πὼς πάει κι αὐτὴ χαμένη.
Ἂν ὅμως μαζευθοῦν ἐδῶ στὸ [σπίτι μου πλησίον]
τὰ θηλυκὰ τῶν Βοιωτῶν καὶ Πελοποννησίων,
καὶ ὅλες σύμφωνες ἡμεῖς τὰ χέρια μας ἂν δώσουμε,
ἒ τότε τὴν Ἑλλάδα μας ἀφεύκτως θὰ τὴν σώσουμε.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ οἱ γυναῖκες πὼς μποροῦν κάτι καλὸν νὰ κάνουνε,
καὶ κάποια φρόνιμη δουλειά, ποὺ κάθονται καὶ βάνουνε
στὸ σπίτι τοὺς φτιασίδια,
καὶ κίτρινα φορέματα, καὶ χίλια δυὸ στολίδια,
ποὺ βάνουν καὶ κυμβερικά[5] φουστάνια [δίχως ζώνη]
καὶ παντουφλάκια ἐλαφρά;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αὐτὰ θὰ γίνουν μόνη
αἰτία, ποὺ θὰ βρῆ σ᾿ ἡμᾶς ἡ πόλις τὸν σωτήρα·
τὰ κίτρινα φορέματα, οἱ στολισμοί, τὰ μύρα,
τὰ διάφανα ποκάμισα, κι αὐτὸ τὸ παντουφλάκι--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ μὲ ποιὸν τρόπο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποὺ θὰ ἰδῆς καὶ μόνη, σὲ λιγάκι.
Νὰ μὴ βρεθῇ ἀρσενικός, ποὺ δόρυ νὰ σηκώση,
καὶ ἄλλον νὰ σκοτώση.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἂν ἡ γυναίκα, ὅπως λές, τὸ θαύμ᾿ αὐτὸ θὰ κάνη,
μὰ τὶς θεές, βάφω κ᾿ ἐγὼ τὸ κίτρινο φουστάνι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Οὔτε ἀσπίδα πειὰ κανεὶς νὰ πιάση θὰ μπορέση--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Θὰ βάλω καὶ κυμβερικὸ φουστάνι [δίχως μέση]--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ οὔτε μαχαιράκι--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Θὰ βάλω παντουφλάκι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν αὐτὲς νὰ ἢν᾿ ἐδῶ παροῦσες;

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Τί λές! ποὺ ἔπρεπε φτερὰ νὰ κάνουν οἱ βρωμοῦσες!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ Ἀθηναῖες εἶν᾿ κι αὐτές, ὅπως καθένας βλέπει,
ποὺ πάντα φτιάνουν κάθε τί τὴν ὥρα ποὺ δὲν πρέπει.
Καὶ δὲν ἐφάνηκε καμμιὰ [νὰ φθάση στὴν Ἀθήνα,]
οὔτ᾿ ἀπὸ τὶς θαλασσινές, οὔτ᾿ ἀπ᾿ τὴ Σαλαμίνα.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ ξέρω πὼς πρωῒ-πρωῒ στὰ τρεχαντήρια μπήκανε
καὶ στὴ στεριὰ διαβήκανε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ ὅμως ἐλογάριαζα πὼς πειὸ μπροστὰ θὰ φθάσουν
τῶν Ἀχαρνῶν τὰ θηλυκά·--μὰ νά, θὰ μᾶς τὸ σκάσουν.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἀλλὰ ἡ Θεαγέναινα, γιὰ να᾿ρθεῖ ἐδῶ τρεχάτη,
πῆγε καὶ συμβουλεύθηκε τὴ νύχτα τὴν Ἑκάτη.
Μὰ νὰ ποὺ φθάνουν μερικές... νὰ κι ἄλλες ποὺ κινᾶνε.
Οὗ, οὗ ! κι αὐτὲς ποιὲς να᾿νέ;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἅ, εἶν᾿ ἀπ᾿ τὸν Ἀνάγυρο [ὅλα αὐτὰ τὰ πλήθη.]

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Θαρρῶ πὼς ὁ ἀνάγυρος στ᾿ ἀλήθεια ἐκινήθη.

(Εἰσέρχεται ἡ Μυρρίνη, Λαμπιτὼ καὶ πολλαὶ γυναῖκες)

ΣΚΗΝΗ Β´
{Αἱ Ἀνωτέρω, Μυρρίνη, Λαμπιτὼ καὶ τίνες Γυναῖκες μετ᾿ ὀλίγον.}
ΜΥΡΡΙΝΗ
Μήπως [καὶ στὸ συνέδριο, ποὺ θέλησες νὰ γίνη,]
οἱ τελευταῖες φθάσαμε; Γιὰ δὲ μιλᾶς;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μυρρίνη,
βέβαια τὸ ἐγκώμιο δὲν θὰ σοῦ πλέξω τώρα,
ποὺ γιὰ σπουδαῖα πρόκειται καὶ μοῦ ῾ρθες τέτοιαν ὥρα.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἐγύρευα τὴ ζώνη μου
μέσ᾿ στὸ σκοτάδι μόνη μου.
Μ᾿ ἂν ἦνε τόσο σοβαρό, ποὺ λές, τὸ πράμα ἐκεῖνο,
πὲς τὸ σ᾿ ἐμᾶς ποὺ ἤλθαμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀλλὰ θὰ περιμένω
καὶ τὶς γυναῖκες, ποὺ θὰ ρθοῦν γιὰ τὴν αὐτὴν αἰτία,
ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο κι ἀπὸ τὴ Βοιωτία.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ, μάλιστα· ὅσο γι᾿ αὐτό...
Νὰ ποὺ ῾ρχεται κ᾿ ἡ Λαμπιτώ.

(Εἰσέρχεται ἡ Λαμπιτῶ)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλῶς τὴ Σπαρτιάτισσα τὴ Λαμπιτώ! τί χρῶμα!
πώ᾿χεῖς, γλυκειά μου! τί γερὸ καὶ σιδερένιο σῶμα!
τί ὠμορφιά! ποὺ φαίνεται [καὶ λάμπει ἐδῶ καὶ πέρα!]
Καὶ ταῦρο θὰ μποροῦσες σὺ νὰ πνίξης καμμιὰ μέρα!

ΛΑΜΠΙΤΩ
Μὰ τοὺς θεούς, εἶνε γερὸ αὐτὸ τὸ σῶμα ὅλο μου.
Γυμνάζομαι ὡς ποὺ χτυποῦν κ᾿ οἱ φτέρνες μου στὸν κῶλο μου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (ψηλαφοῦσα τὰ στήθη τῆς Λαμπιτοῦς)
[Στάσου λιγάκι, στάσου...]
Καὶ τί ὡραῖα πού᾿ ν᾿ αὐτά, φιλτάτη, τὰ βυζιά σου.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Σᾶς βλέπω ποὺ ξαμώνετε τὰ χέρια νὰ μὲ ψάξετε,
λὲς κ᾿ εἶμαι κάποιο σφάγιο [καὶ ἦρθα νὰ μὲ σφάξετε.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ ἡ κοπέλλα ἀπὸ δῶ ποιὰ εἶνε;

ΛΑΜΠΙΤΩ
Μὰ τὸν Δία,
εἶνε κι αὐτὴ ἀρχόντισσα ἀπὸ τὴ Βοιωτία--
ποὺ ἔρχεται γιὰ λόγου σας.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λοιπὸν εἶμαι βεβαία,
ὅτι χωράφι ἐκλεκτὸ θά ῾χεις καὶ σύ, Θηβαία.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ (θωπεύουσα τὴν Θηβαίαν)
Ἐγὼ νομίζω μάλιστα πὼς τοῦτο τὸ καϋμένο,
θὰ τό ῾χῃ τὸ χωράφι του καὶ καλλιεργημένο.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ τὸ κορίτσι ἀπὸ δῶ ποιὸ εἶνε;

ΛΑΜΠΙΤΩ
Μὰ τὸ Δία
εἶνε μιὰ κόρη ὤμορφη ἀπὸ τὴν Κορινθία.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σὰν εἶν᾿ ἀπὸ τὴν Κόρινθο, θά ῾νε πολὺ καλή,
καὶ μάλιστα μοῦ φαίνεται καὶ λίγο παρδαλή.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Ποιὸς ἔκαμε νὰ ῾ρθῇ ἐδῶ ν᾿ ἀράξῃ τοῦτος ὅλος
τῶν γυναικῶν ὁ στόλος;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἐγώ.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Γιὰ μίλησε λοιπὸν μὲ λόγια μετρημένα,
τί θέλεις ἀπὸ μένα;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Πές μας λοιπόν, καϋμένη!

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ναί, λέγε μας, τί τάχατε σπουδαῖο σοῦ συμβαίνει;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀμέσως τώρα θὰ τὸ πῶ· μὰ θὰ ρωτήσω πρῶτα,
καὶ θ᾿ ἀπαντήσετε καὶ ἐσεῖς.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ὅ, τί κι ἂν θέλης ρώτα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σεῖς δὲν ἐπιθυμήσατε, μονάχες νύχτα-μέρα,
νὰ ἔχετε τῶν τέκνων σας κοντά σας τὸν πατέρα,
ποὺ λείπει γιὰ τὸν πόλεμο; γιατί καλὰ τὸ ξέρω--
πῶς ἔφυγαν οἱ ἄνδρες σας.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἅ! τὸ δικό μου γέρο
στὴ Θράκη μου τὸν στείλανε, καϋμένη, νὰ φυλάττη
τὸν στρατηγὸν Εὐκράτη![6]

ΓΥΝΗ Α´
Καὶ τὸ δικό μου φίλο
μῆνες ἑφτὰ σωστούς-σωστοὺς τὸν ἔχουνε στὴν Πύλο.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Καὶ ὁ δικός μου βιαστικὸς καμμιὰ φορᾶ ἂν ἔβγη
ἀπὸ τὶς τάξεις, μοῦ ῾ρχεται καὶ δὸς τοῦ ξαναφεύγει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλὲ τί λές; ἀπὸ γαμιὰ
δὲν ἔχει μείνη σπίθα μιά.
Ἀφ᾿ ὅτου οἱ Μιλήσιοί μας ἔχουνε προδώση,
κ᾿ ἐκόψαμε τὴ σχέσι τους, δὲν εἶδα οὔτε τόση
μιὰ ὀχταδάκτυλη ψωλὴ ἀπὸ πετσὶ φτιασμένη,
γιὰ πέτσινη παρηγοριὰ τουλάχιστο νὰ μένη.
Θέλετε σεῖς λοιπὸν μ᾿ ἐμέ, ἂν τύχη κ᾿ εὔρω τρόπο,
νὰ παύσουμε τὸν πόλεμο [ποὺ ρήμαξε τὸν τόπο;]

ΜΥΡΡΙΝΗ
Μὰ τὶς θεές, ἂν ἤτανε ἀνάγκη νὰ πουλήσω
καὶ τὸ πανωφοράκι μου, κι αὐτὸ θὰ τὸ θελήσω--
καὶ θὰ τὸ πιὼ αὐθημερόν.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Κ᾿ ἐγὼ τί νὰ σᾶς πῶ;
καὶ ἄν μου ἦταν δυνατὸν σὰ σφήκα νὰ κοπῶ
στὰ δυό, τὸ ῾να κομμάτι μου θὰ τὸ παραχωροῦσα.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Στοῦ Ταϋγέτου τὴν κορφὴ ν᾿ ἀνέβω θὰ μποροῦσα
κ᾿ ἐγώ, ἀρκεῖ νὰ ἤξευρα μ᾿ αὐτὸ πὼς ἡ εἰρήνη
μποροῦσε καὶ νὰ γίνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Νὰ σᾶς τὸ κρύψω δὲν μπορῶ· κι ἀκοῦστε τί θὰ φτιάσουμε.
Ἂν θέλετε, γυναῖκες μου, τοὺς ἄνδρες ν᾿ ἀναγκάσουμε
νὰ κάμουν τὴν εἰρήνη,
ἡ κάθε μιὰ στὸν ἄνδρα της νὰ παύση νὰ τὸ δίνη.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ πῶς; γιὰ λέγε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἒ λοιπὸν τί λέτε; τοὺς τὸ φτιάνουμε;

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε,
νὰ γίνη αὐτὸ ποὺ λές.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λοιπὸν ν᾿ ἀποκηρύξουμε τὶς ἀνδρικὲς ψωλές.
(Αἱ γυναῖκες δεικνύουν δυσαρέσκειαν, ἄλλαι κλαίουν καὶ ἄλλαι
διατίθενται νὰ φύγουν.)
-Ἔ! σεῖς γιὰ ποῦ τὸ βάλατε; - Καὶ σεῖς γιὰ ποῦ τὸ στρίψατε;
τί στραβομουτσουνιάσατε; τὰ μοῦτρα τί τὰ κρύψατε;
Τί ἄλλαξε τὸ χρῶμα σας κι ἀρχίσατε νὰ κλαῖτε;
ἀρνεῖσθε; ἢ τὸ κάνετε; τί σκέπτεσθε; δὲν λέτε;

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἀρνοῦμαι· δὲν μὲ μέλει.
Ἃ μπά, μπορεῖ ὁ πόλεμος νὰ γίνετ᾿ ὅσο θέλει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (στὴν Καλονίκη)
Αὐτὰ λοιπὸν περίμενα, βρὲ σφήκα, νὰ μᾶς πῆς;
Δὲν ἤσουν σὺ ποὺ ἔλεγες στὰ δυὸ νὰ κοπῇς;

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἄλλαξε λόγια, ἄλλαξε! καὶ στὴ φωτιὰν ἀπάνω
νὰ περπατήσω ἂν ἀγαπᾶς,--γιὰ χάρη σου τὸ κάνω·
κι αὐτό, ποὺ λές, τὸ προτιμῶ,
παρὰ τῆς πούτσας τὸν καϋμό,
γιατί δὲν ξεύρω σὰν κι αὐτὴ τί ἄλλο θ᾿ ἀποκτήσω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ στὴ Μυρρίνη
Καὶ σὺ τί λές;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Μά... τὴ φωτιὰ κ᾿ ἐγὼ θὰ προτιμήσω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ὢ γένος ξεκωλιάρικο! Δικαίως, μὰ τὸν Δία,
λένε πὼς βγαίνει ἀπό μας ἡ κάθε τραγωδία.
Δὲν ξέρουμ᾿ ἄλλο τίποτα κ᾿ ἐμεῖς [μικραί, μεγάλαι],
παρὰ ξεροκουνήματα καὶ δὸς τοῦ μπάσε-βγάλε!
Μὰ κι ἂν ἡ Σπαρτιάτισσα στὸ κόμμα μου θὰ μείνει,
μπορεῖ νὰ κατορθώσουμε οἱ δυό μας τὴν εἰρήνη.
Δός μου λοιπὸν τὴν ψῆφο σου.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Εἶνε κακὸ πολὺ
ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τὸ πλευρὸ νὰ λείπη κ᾿ ἡ ψωλὴ
καὶ μόνη νὰ κοιμᾶται.
Μὰ ἡ εἰρήνη μ᾿ ὂλ᾿ αὐτὰ θαρρῶ πὼς προτιμᾶται.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εὖγε σου, φιλενάδα!
εἶσαι γυναίκα πειὸ σωστὴ ἀπ᾿ ὅλες [στὴν Ἑλλάδα].

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Θαρρεῖς πὼς ἂν ἀπέχουμε κι ἀπ᾿ τὴ δουλειὰν ἐκείνη,
γιὰ τοῦτο--ὃ μὴ γένοιτο!--θὰ κάμουν τὴν εἰρήνη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ τὶς θεές, εἶν᾿ ἀρκετό. Ἂν κάτσουμε κλεισμένες
μέσα στὰ σπίτια μας ἡμεῖς, καλοφτιασιδωμένες,
καὶ στὰ ποκαμισάκια μας αὐτὰ τ᾿ ἀμοργινά[7]--
ἀφήσουμε τὰ σώματα νὰ φαίνωνται γυμνὰ
καὶ τὸ κουρέψουμε κι αὐτό,--οἱ ἄνδρες θὰ λυσσάξουν
ἀπ᾿ τὴν ἐπιθυμία τους νὰ ρθοῦν νὰ μᾶς τὴ σάξουν·
κι ὅταν θὰ ἰδοῦν ἡ κάθε μιὰ ὅτι γι᾿ αὐτοὺς δὲν τώχει,
τότε νὰ ἰδῆς τὸν πόλεμο τὸν παύουνε, ἢ ὄχι;

ΛΑΜΠΙΤΩ
Τὸ ἴδιο κι ὁ Μενέλαος, σὰν εἶδε τὴν Ἑλένη
[στὰ στήθη γυμνωμένη]
καὶ εἶδε τὸ βυζί της,
ἐπέταξε τὸ ξίφος του [κ᾿ ἐκόλλησε μαζύ της.]

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
[Γιὰ στάσου τώρα, βρὲ κουτή:]
κι ἄν μας ἀφήσουνε κι αὐτοί;
ἔ, τότε τί γινόμαστε;[8]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
κι ἂν ἡ γυναίκα δὲν δεχθῆ τὰ δόντια της νὰ δείξη,
ὁ ἄνδρας δὲν εὐφραίνεται.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἒ τότε τὸ δεχόμεθα, σὰν εὔκολο μᾶς φαίνεται.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Ὅσο γιὰ μᾶς, θὰ πείσουμε τοὺς ἄνδρας μας νὰ γίνῃ
εἰλικρινὴς εἰρήνη·
ἀλλὰ αὐτὸς ὁ παλαβὸς λαὸς τῶν Ἀθηναίων,
πῶς θὰ πεισθεῖ τὸν πόλεμο νὰ μὴ γυρεύῃ πλέον;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γιὰ τοῦτο μὴ σὲ μέλῃ,
κ᾿ ἐμεῖς τὸν καταφέρνουμε νὰ μὴ τὸν ξαναθέλῃ.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Γιὰ τὴν εἰρήνη ὁ λαὸς δὲν κάνει οὔτε βῆμα,
ἐνόσω πλοῖα ἔχετε κι ἀμέτρητο τὸ χρῆμα,
ἀπάνω στὴν Ἀκρόπολι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἐφρόντισα γιὰ τοῦτο·
θὰ κυριεύσουμε κι αὐτὴ καὶ ὅλον της τὸν πλοῦτο·
θὰ πᾶν᾿ ἐμπρὸς οἱ πειὸ γρηές, κατὰ τὴ συμφωνία,
καὶ τάχα μὲ τὴν πρόφασι νὰ κάνουνε θυσία
θὰ πιάσουν τὴν Ἀκρόπολι, ὥς που νὰ μαζευθοῦμε
κ᾿ ἡμεῖς, καὶ τί θὰ κάνουμε ἐδῶ νὰ συσκεφθοῦμε.

ΛΑΜΠΙΤΩ
Ὅλα καλὰ ὅσα μας λές.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἒ Λαμπιτῶ, καὶ τώρα
γιατί δὲν ὁρκιζόμαστε, μὰ χάνουμε τὴν ὥρα,
κ᾿ ἔτσι τὴ συμφωνία μας ποτὲ νὰ μὴ χαλάσουμε;

ΛΑΜΠΙΤΩ
Πές μας λοιπὸν τοῦ λόγου σου τὸν ὅρκο ποὺ θὰ πιάσουμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀλήθεια· ποῦ ῾ν᾿ ἡ δούλα μου; - Ἔ, ποῦ κοιτάζεις; Βάλε
σὺ τὴν ἀσπῖδ᾿ ἀνάποδα, καὶ τὰ ἐντόσθια βγάλε.
τοῦ θύματος, [νὰ κάνουμε τὸν ὅρκο].

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Λυσιστράτη,
ποιὸν ὅρκο τάχα θὰ μᾶς πεῖς νὰ κάνουμε, φιλτάτη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιὸν ὅρκο; Καὶ ὁ ποιητὴς Αἰσχύλος τὸ ῾χει πῆ·
ἀπάνω στὴν ἀσπίδα μας τὸ θύμα θὰ κοπῆ.[9]

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ὄχι, δὲν εἶνε δυνατόν, ὅρκος γιὰ τὴν εἰρήνη
σὲ μιὰ ἀσπίδα δηλαδὴ πολεμικὴ νὰ γίνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ πῶς θὰ ὁρκισθοῦμε;

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἕν᾿ ἄλογο θὰ βροῦμε
ἄσπρο, καὶ τὰ ἐντόσθια ἡ δούλα νὰ τοῦ βγάλῃ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποῦ νὰ τὸ βροῦμε τ᾿ ἄλογο τὸ ἄσπρο τώρα πάλι;[10]

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ πῶς λοιπὸν ἡ κάθε μιὰ τὸν ὅρκο της θὰ κάνη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θὰ σοῦ τὸ πῶ. Νὰ πάρουμε κατάμαυρη λεκάνη,
ἀνάποδα τὴ βάζουμε
κ᾿ ἕνα σταμνὶ ἀπὸ κρασὶ τῆς Θάσου θυσιάζουμε,
κι ὅρκο σ᾿ αὐτὸ θὰ δώσουμε--
(ἐμφαντικῶς)
πῶς δὲν θὰ τὸ νερώσουμε!....[11]

ΛΑΜΠΙΤΩ
Ὤχ, ὤχ! τὸν ὅρκο σου αὐτὸν
κ᾿ ἐπαίνους νὰ τοῦ ψάλουμε δὲν εἶνε δυνατόν.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λοιπὸν ἂς τρέξη μέσα μιὰ ἕνα σταμνὶ νὰ φέρη
καὶ μία λεκάνη.

(Ἐξέρχεται μία Γυνὴ καὶ εἰσέρχεται φέρουσα λήκυθον καὶ κύλικα).

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Τί σταμνί, ὅπου δὲν ἔχει ταίρι!
(Λαμβάνει τὴν λήκυθον)
Τί γλύκα ποὺ θὰ αἰσθανθῆ αὐτὴ ποὺ θὰ τὴν πιάση
καί, κλούκ, θὰ τὴν ἀδειάση.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἄφησε κάτω τὸ σταμνί, καὶ πιασ᾿ ἐδῶ μπροστά μου![12]
(Ἡ Καλονίκη θέτει τὴν χείρα ἐπὶ τῆς Λυσιστράτης καταλλήλως)
(Ἡ Λυσιστράτη ἐπισήμως):
-Πειθώ! Βασίλισσά μου!
-καὶ σύ, ὢ στάμνα τοῦ γλεντιοῦ! δέξου τὴν ἱκεσία
τῶν γυναικῶν μὲ εὔνοια, καὶ τούτη τὴ θυσία.

(Χύνει εἰς τὴν λεκάνην οἶνον)

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Τί αἷμα κατακόκκινο! γιὰ ἰδὲς πὼς λαμπυρίζει!

ΛΑΜΠΙΤΩ
Ἀλήθεια, μὰ τὸν Κάστορα, καὶ τί γλυκὰ μυρίζει!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἀφῆστε μέ, γυναῖκες μου, πρώτη νὰ μπῶ στὴ μέση
νὰ ὁρκισθῶ!

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ὄχι ποτέ, ὁ κλῆρος σου πρὶν πέση.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, Λαμπιτώ! στὴ στάμνα μας ἁπλῶστε τὸ χέρι,
κι ἂς ἔβγῃ μιὰ γιὰ ὅλες σας τὸν ὅρκο νὰ προφέρη,
ὅπως ἐγὼ θὰ τὸν εἰπῶ· καὶ σεῖς θὰ ὁρκισθῆτε
τὸν ὅρκο ποὺ θὰ δώσουμε πὼς δὲν θὰ παραβῆτε.
(Ὑπαγορεύει τὸν ὅρκον)
Δὲν θὰ βρεθῆ οὔτε γαμιάς, οὔτε κι ὁ ἄνδρας μου ἔστω--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Δὲν θὰ βρεθῆ οὔτε γαμιάς, οὔτε κι ὁ ἄνδρας μου ἔστω--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
ποὺ καυλωμένος θὰ μοῦ ῾ρθῇ μέσ᾿ στὸ κρεββάτι--

(Ἡ Καλονίκη διστάζει. Ἡ Λυσιστράτη ἐπιτακτικῶς:)

--Πές το!

ΚΑΛΟΝΙΚΗ13
Ποὺ καυλωμένος θὰ μοῦ ῾ρθῇ ἀπάνω στὸ κρεββάτι.
(μετὰ τρόμου)
Μοῦ κόπηκαν τὰ γόνατα, καϋμένη Λυσιστράτη!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ μέσ᾿ στὸ σπίτι θὰ περνῶ χωρὶς ἀνδρὸς παιγνίδια--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ μέσ᾿ στὸ σπίτι θὰ περνῶ χωρὶς ἀνδρὸς παιγνίδια--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὲ κίτρινα φορέματα καὶ χίλια δυὸ στολίδια--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὲ κίτρινα φορέματα καὶ χίλια δυὸ στολίδια--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποὺ νὰ λυσσάξῃ ὁ ἄνδρας μου νὰ κοιμηθῆ μαζύ μου--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ποὺ νὰ λυσσάξῃ ὁ ἄνδρας μου νὰ κοιμηθῆ μαζύ μου--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ δὲν θὰ τὸν δεχθῶ ποτὲ καὶ μὲ τὴ θέλησί μου--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ δὲν θὰ τὸν δεχθῶ ποτὲ καὶ μὲ τὴ θέλησί μου--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι ἂν θέλη καὶ μὲ τὸ στανιὸ ἐκεῖνος νὰ μὲ πιάνη--

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Κι ἂν θέλη καὶ μὲ τὸ στανιὸ ἐκεῖνος νὰ μὲ πιάνη--

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ὅσο μπορῶ χειρότερα θ᾿ ἀφήνω νὰ τὴν κάνη.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ὅσο μπορῶ χειρότερα θ᾿ ἀφήνω νὰ τὴν κάνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τὶς Περσικὲς [παντοῦφλες μου μέρες, βδομάδες, μῆνες,][14]
πρὸς τὸ ταβάνι δὲν θὰ ἰδῆ ποτὲ τοῦ σηκωμένες.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Τὶς Περσικὲς [παντοῦφλες μου μέρες, βδομάδες, μῆνες]
πρὸς τὸ ταβάνι δὲν θὰ ἰδῆ ποτὲ τοῦ σηκωμένες.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Οὔτε θὰ τουρλωθῶ ποτέ, καθὼς οἱ λιονταρίνες[15]
ποὺ εἶν᾿ ἀπάνω στοῦ τυριοῦ τοὺς τρίφτες [σκαλισμένες.]

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Οὔτε θὰ τουρλωθῶ ποτέ, καθὼς οἱ λιονταρίνες
ποὺ εἶν᾿ ἀπάνω στοῦ τυριοῦ τοὺς τρίφτες [σκαλισμένες.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πίν᾿ ἀπ᾿ τὸ κρασὶ αὐτὸ
καὶ τὸν ὅρκο τὸν κρατῶ.
(πίνει)

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
(παρατηροῦσα τὴν Λυσιστράτην πίνουσαν)
Πίν᾿ ἀπ᾿ τὸ κρασὶ αὐτὸ
καὶ τὸν ὅρκο τὸν κρατῶ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ στὸν ὂρκ᾿ ὅποια δὲν μείνη
τὸ κρασὶ νερὸ νὰ γίνη.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καὶ στὸν ὂρκ᾿ ὅποια δὲν μείνη
τὸ κρασὶ νερὸ νὰ γίνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (πρὸς τᾶς λοιπάς)
Ὁρκίζεσθε λοιπὸν καὶ σεῖς γιὰ ὅλα;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Μὰ τὸν Δία!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φέρε λοιπὸν νὰ πιῶ ἐγώ, ν᾿ ἀρχίσω τὴ θυσία.
(Λαμβάνει τὴν λήκυθον καὶ ἑτοιμάζεται νὰ πιῇ).

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Ἔ, ἔ, ποῦ πᾶς, φιλτάτη μου; θέλω μερίδα ἴση.
Ἅ, πρέπει ἡ φιλία μας ἀπὸ δῶ δὰ ν᾿ ἀρχίση.

(Ἀκούεται θόρυβος μακρόθεν. Ἡ Λυσιστράτη ἀφίνει τὴν λήκυθον, ἐνῶ
ἡ Καλονίκη σπεύδει, τὴν λαμβάνει καὶ πίνει).

ΛΑΜΠΙΤΩ
Καλέ, ἀκούσατε φωνές, γυναῖκες μου, καὶ θρῆνο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (παρατηροῦσα ἐκ τοῦ παραθύρου.)
Ἡσύχασ᾿, εἶν᾿ ἐκεῖνο--
ποὺ εἶχα πῆ προτήτερα· οἱ πειὸ γρηὲς ἐφθάσανε,
καὶ πῆγαν στὴν Ἀκρόπολι καὶ τὸ ναὸ ἐπιάσανε.
-Σύ, Λαμπιτώ, τράβα λοιπὸν στὴ Σπάρτη νὰ φροντίσης
ὅσα ἐσυμφωνήσαμε νὰ πραγματοποιήσης,
τὶς ἄλλες δὲ Λακώνισσες ὅμηρους θὰ κρατήσουμε·
ἡμεῖς δὲ στὴν Ἀκρόπολι καὶ τὶς λοιπὲς θὰ κλείσουμε
κ᾿ ἐκεῖ θ᾿ ἀμπαρωθοῦμε.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Καλά· γιὰ νὰ σοῦ ποῦμε:
Κι οἳ ἄνδρες [ἀπ᾿ τὴν πόλι]
ἂν ἔλθουν ἐναντίον μας καὶ ἐκστρατεύσουν ὅλοι;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Λίγο μὲ μέλει πειὰ γι᾿ αὐτούς· φωτιὰ δὲν θὰ ῾χουν τόση
οὔτε φοβέρες ἀρκετές, ὥστε νὰ κατορθώση--
ἡ βία, τόσο εὔκολα τὶς πόρτες μας ν᾿ ἀνοίξουν,
ἐὰν δὲν ἀποδείξουν
ὅτι τοὺς ὅρους τοὺς λαμπρούς, ποὺ οἱ γυναῖκες θέσανε,
αὐτοὶ τοὺς ἐκτελέσανε.

ΚΑΛΟΝΙΚΗ
Μὰ τὴ θεά! καὶ βέβαια· κι ἂν δὲν τὰ βροῦνε σκούρα,
δειλὴ νὰ εἰποῦν τὴν κάθε μιὰ καὶ παληοπατσαβούρα!

(Ἀπέρχονται πᾶσαι, ἐνῶ ἡ Καλονίκη φεύγουσα τελευταῖα κενώνει
ταυτοχρόνως τὸ ὑπόλοιπόν της ληκύθου).

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
{Η σκηνὴ παριστᾶ τὴν πρὸς τὰ Προπύλαια πλευρὰν τῆς Ἀκροπόλεως,
ἄνωθεν τῆς ὁποίας φαίνονται τὰ τείχη. Εἰσέρχεται ὁ χορὸς τῶν
Γερόντων, κρατούντων ἐπ᾿ ὤμου κλάδους ξηροὺς δένδρων καὶ
ἀνερχομένων τὸ ὕψωμα μετὰ κόπου. Ὁ κορυφαῖος του Χοροῦ κρατεῖ
καὶ πύραυνον εἰς τᾶς χείρας μὲ ἄνθρακας ἀνημμένους.}
ΣΚΗΝΗ Α´
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Τράβα, Δράκη, ἐμπρὸς μὲ θάρρος,
κι ἂν τὸν ὦμο σου τσακίζη τῆς χλωρῆς ἐληᾶς τὸ βάρος·
συφορὲς ὁ βίος ἔχει
ποὺ κανεὶς δὲν τὶς παντέχει.
Ὢ Στρυμόδωρε![16] ποιὸς τάχα ἤθελε στὸ νοῦ τοῦ βάλη,
πῶς θ᾿ ἀκούση τὶς γυναῖκες,--που᾿ νὲ συφορὰ μεγάλη
τοῦ σπιτιοῦ καὶ φανερή,
καὶ τὶς βόσκουμε οἱ μωροί,--
τὴν Ἀκρόπολι νὰ πιάσουν, καὶ τὸ ἄγαλμα ν᾿ ἁρπάξουν
τῆς θεᾶς, καὶ μὲ τ᾿ ἀμπάρια τὰ προπύλαια νὰ φράξουν;
Πᾶμε γρήγορα ἀπάνω, ὦ Φιλοῦργε, ν᾿ ἀνεβοῦμε,
καὶ νὰ βάλουμ᾿ ἕνα γύρω ὅλα τοῦτα ποὺ κρατοῦμε,--
τὰ κλαδιὰ ἀπ᾿ τὴν ἐληά,
κι ὅσες θέλησαν νὰ φτειάσουν τούτη τὴ βρωμοδουλειά,
μιὰ φωτιὰ ν᾿ ἀνάψουμ᾿ ὅλοι, σύμφωνοι καὶ μὲ μιὰ γνώμη,
καὶ μὲ τοῦτα μας τὰ χέρια νὰ τὶς κάψουμεν ἀκόμη,
καὶ τοῦ Λύκωνος[17] πεὸ πρώτη τὴ γυναίκα. Ὅσο ζῶ,
μὰ τὴ Δήμητρα! δὲν πρέπει νὰ μὲ πάρουν γιὰ χαζό.
Οὐτ᾿ αὐτὸς ὁ Κλεομένης[18] ποὺ τὴν εἶχε καταλάβη,
ἒφυγ᾿ ἀπὸ τούτην δίχως καὶ κακὴ ποινὴ νὰ λάβη·
ἀλλὰ μολονότι Λάκων, παλληκάρι στὴν ἐντέλεια,
βγῆκε καὶ μὲ δίχως ὅπλα καὶ μὲ φόρεμα κουρέλια,
λερωμένος καὶ βρομιάρης, κ᾿ ἕξη χρόνια νὰ λουσθῇ,
καὶ χωρὶς νὰ κουρευθῇ.
Τοῦ ῾στησαν πολιορκία καὶ τὸν ἕσφιξαν αὐτοῦ
δεκαφτὰ γραμμὲς στρατοῦ,
ποῦ τὶς νύχτες ἐκοιμᾶτο
στὰ Προπύλαι᾿ ἀπὸ κάτω.
Τώρα ποὺ ῾μ᾿ ἐδῶ καὶ πάλι,
στὶς ἐχθρὲς τοῦ Εὐριπίδη[19] κι ὅλων τῶν θεῶν, μεγάλη
τιμωρία νὰ τοὺς δώσω,
τάχα δὲν θὰ κατορθώσω;
Μήπως καὶ στὸ Μαραθῶνα
τρόπαιό μου δὲν ὑπάρχει [ποὺ θὰ μείνη στὸν αἰώνα;]
Ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μένει ἀπ᾿ τὸ δρόμο ὡς ἐκεῖ--
τοῦτος ὁ ἀνηφοράκης,--κι ἂς τραβοῦμε βιαστικοί.
Καὶ τὸ φόρτωμα καθένας εἰς τὴν ράχη ἂς τὸ πάρη
μονομιᾶς, χωρὶς σαμάρι·
μολονότι αὐτὰ τὰ ξύλα [ἀπ᾿ τὸ βάρος κι ἀπ᾿ τὸ δρόμο]
μοῦ τσακίσανε τὸν ὦμο.
Μὰ τώρα ὅμως πρέπει νὰ βαδίσουμε,
καὶ τὴ φωτιά μας πρέπει νὰ φυσήσουμε,
μὴ τύχη καὶ μᾶς σβύση καὶ τὴ χάσουμε,
ὅταν στοῦ δρόμου τὴν κορφὴ θὰ φθάσουμε.
(φυσᾶ εἰς τὸ πύραυνον)
Φύ! φύ!
Πῶ, πῶ! καπνός, [βρὲ ἀδελφοί!]
Ὦ Ἡρακλῆ μου! ὁ καπνὸς ποὺ ἀπ᾿ τὴ χύτρα βγαίνει,
δαγκώνει μέσ᾿ στὰ μάτια μου σὰ σκύλλα λυσσασμένη.
Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω
πῶς ἀπ᾿ τὴ Λῆμνο ἡ φωτιά[20] θὰ εἶνε δίχως ἄλλο,
[κι ἂν τὴν πολυφυσήσω
μὰ τοὺς θεούς, σὰν τοὺς Λημνιοὺς τσιμπλὴς θὰ καταντήσω.]
Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μοῦ δάγκωνε στὸ κέθε φύσημά μου
τὰ δυὸ τσιμπλόμματά μου.
Τρέχα σὺ λοιπόν, ὦ Λάχη, στὴν Ἀκρόπολι ἐπίσης
τὴ θεὰ νὰ βοηθήσης,
γιατί τώρ᾿ ἂν τὴν ἀφήσης,
δὲν ξανάχεις εὐκαιρία, γιὰ νὰ τὴν ὑπερασπίσης.
(φυσᾶ ἐκ νέου εἰς τὸ πύραυνον).
Φύ! φύ!
πῶ, πῶ, καπνός, [βρὲ ἀδελφοί!]
Τουτ᾿ ἡ φωτιὰ νὰ ζῆ καὶ νὰ μὴ σβύνη,
κάποιου θεοῦ βοηθάει καλωσύνη.
Τί λέτε: πειὸ καλὰ δὲν θὰ τὰ φτιάναμε,
ἐδῶ τὰ δυὸ τὰ ξύλα ἂν τὰ βάναμε,
κι ἀφοῦ στὴ χύτρα τὸ δαυλὸ ἀφήσουμε,
μὲ τὴ φωτιὰ τὴ θύρα νὰ κτυπήσουμε;
Κι ἂν ὅταν τὶς καλέσουμε τ᾿ ἀμπάρια δὲν ἀνοίγουν,
καῖμε τὶς πόρτες γρήγορα καὶ οἱ καπνοὶ τὶς πνίγουν.
Κάτω λοιπὸν τὸ φόρτωμά μου.
Ποιὸς τάχ᾿ ἀπὸ τοὺς στρατηγοὺς τοὺς δυστυχεῖς της Σάμου[21]
τὰ ξύλα θὰ συλλάβη αὐτά;--Μωρὲ καπνός! βάι-βάι!....

(Ἀποθέτουν τὰ ξύλα ἐντὸς τοῦ παρασκηνίου, ἔνθα ἀποσύρονται
οἱ λοιποί, πλὴν τοῦ Κορυφαίου κρατοῦντος τὸ πύραυνον,
καὶ ἑτέρου κρατοῦντος δαυλόν).

Τὸ σπάσιμο τῆς ράχης μου ἐτέλειωσε καὶ πάει.
Καὶ τώρα, χύτρα! χρέος σου τὸ ἔργο σου ν᾿ ἀρχίσης
καὶ ἄναψε τὰ κάρβουνα.--Φέρε καὶ σὺ ἐπίσης
τὸν ἀναμμένο τὸ δαυλό!

(Λαμβάνει τὸν ἀνημμένον δαυλὸν καὶ ἐπικαλεῖται:)

Ὢ Νίκη! σὲ παρακαλῶ
κατὰ τῶν γυναικῶν αὐτῶν, ποὺ κλείσθηκαν στὰ τείχη,
ἡ νίκη μου κι ὁ θρίαμβος βοήθει νὰ πιτύχη!

(Ἀπέρχεται μετὰ τοῦ χοροῦ εἰς τὰ παρασκήνια. Εἰσέρχεται
ἀριστερόθεν ὁ Χορὸς τῶν Γυναικῶν).

ΣΚΗΝΗ Β´
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Γυναῖκες ρίχτε μιὰ ματιά·
βλέπω μιὰ φλόγα καὶ καπνό, σὰν νὰ ῾ρχεται ἀπὸ φωτιά.

(Παρατηροῦν πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἀκροπόλεως).

Ὅλες γρήγορα τρεχάτε! πέτα, πέτα Νικοδίκη
πρὶν νὰ κάψουν τὴν Καλύκη--
καὶ τὴν Κρίτυλλα οἱ φλόγες,--ἀπὸ νόμους φοβεροὺς
κι ἀπὸ γέρους βρωμερούς.
Ἀλλὰ φοβᾶμαι τώρα
μήπως ἀργὰ ἐφθάσαμε καὶ χάσαμε τὴν ὥρα.
Νὰ ῾ρθω στὴ βρύσι γιὰ νερὸ πρωί-πρωὶ σηκώθηκα
κ᾿ ἐσπρώχθηκα καὶ χώθηκα--
στὸ θόρυβο ποὺ κάνανε οἱ στάμνες καὶ οἱ δοῦλες,
ποὺ ἔχουνε στὰ πρόσωπα ζωγραφισμένες βοῦλλες.[22]
Ἁρπάζω τὸ σταμνὶ λοιπὸν μὴ χάσω τὸν καιρὸ
καὶ φέρνω τὸ νερὸ
βοήθεια νὰ κάνω--
σ᾿ αὐτὲς τὶς συνδημότιδες ποὺ καίοντ᾿ [ἐκεῖ πάνω.]
Μοῦ ῾παν πὼς μερικοί, στραβοὶ ἀπὸ τὰ γερατεῖα,
ἐκάμαν᾿ ἐκστρατεία,
καὶ ξύλα τρία τάλαντα κουβάλησαν βερειά,
στῶν Προπυλαίων τὴ μεριά,
λὲς καὶ νερὸ γιὰ λούσιμο γυρεύουν νὰ ζεστάνουν,
κι ὅτι μὲ λόγια τρομερὰ φρικτὲς φοβέρες κάνουν
τὰ παληογυναικάρια μὲ τὴ φωτιὰ νὰ ψήσουνε,
καὶ κάρβουνο ν᾿ ἀφήσουνε.
Εἴθε [αὐτὸ ποὺ λένε
νὰ μὴ γενῆ,] οὔτε νὰ ἰδῶ, θεά μου, νὰ τὶς καῖνε,
τὸν τόπο καὶ τοὺς Ἕλληνας νὰ σώσουν μόνο ἐκεῖνες
ἀπ᾿ τοῦ πολέμου τὰ κακὰ κι ἀπ᾿ τὶς παραφροσύνες.
Γιὰ τοῦτο, ὦ Χρυσόλοφη,[23][σ᾿ αὐτὴ τὴ σκέψι ἐφθάσανε]
καὶ τὸ ναό σου πιάσανε.
Ἀλλά, ὦ Τριτογένεια![24] ἐὰν φωτιὰ μεγάλη
[προφθάση κι] ἀπὸ κάτω τοῦ κανένας ἄνδρας βάλη,
μ᾿ ἐμᾶς νὰ συμμαχήσης,
[καὶ σὺ νερὸ νὰ χύσης.]

(Εἰσέρχεται ἡ Στατυλλὶς καταδιωκομένη ὑπὸ τίνος γέροντος,
ὅστις τὴν ἔχει συλλάβη ἐκ τοῦ ἐνδύματος. Ἀκολουθεῖ
ὁ Χορὸς τῶν Γερόντων καὶ λαμβάνει θέσιν ἔναντι).

ΣΚΗΝΗ Γ´
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ καὶ ΣΤΡΑΤΥΛΛΙΣ - ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

ΣΤΡΑΤΥΛΛΙΣ
Βρὲ ἅφες μέ!

(Διαφεύγει τῶν χειρῶν τοῦ Γέροντος καὶ ἐνοῦται
μὲ τὰς λοιπὰς τοῦ Χοροῦ).

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τί εἶν᾿ ἐκεῖ;
Ἄνδρες κακοί!
Αὐτὰ ποὺ κάνετε ἐσεῖς, ὂσ᾿ εἶνε τιμημένοι
καὶ εὐσεβεῖς δὲν κάνουνε.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ποιὸς νὰ τὸ περιμένη
αὐτὸ τὸ πράμα πῶς θὰ ἰδῆ; Νά, ποὺ ῾χει ξεκινήση
κι ἄλλο γυναικομάζωμα στὶς πόρτες νὰ βοηθήση.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τί; μᾶς ἐφοβηθήκατε; ἡμεῖς [ποὺ τώρα βγήκαμε]
πολλές σας ἐφανήκαμε;
δὲν εἴδατε ἀκόμα
οὔτε καὶ τὸ μυριοστὸν ἀπ᾿ τὸ δικό μας κόμμα.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Φαιδρία! πῶς; θ᾿ ἀφήσουμε αὐτὲς μὲ τέτοια γλώσσα
νὰ κοπανᾶνε τόσα;
Δὲν πρέπει νὰ τὶς πιάσουμε
καὶ ὅλα τοῦτα τὰ ραβδιὰ στὴ ράχη τους νὰ σπάσουμε;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Καὶ ἀπό μας ἡ κάθε μιὰ
θὰ βάλη κάτω τὰ σταμνιά,
νὰ μή μας ἐμποδίζουνε, καὶ τότε διορθώνει
αὐτόν, ποὺ κατ᾿ ἐπάνω μας τὸ χέρι τοῦ ξαμώνει.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὤ, μὰ τὸν Δία! ἂν κανείς, μὲ χαστουκιὲς γερές,
τοὺς τσάκιζε δυό-τρεῖς φορές,
--ὅπως κι αὐτοῦ τοῦ Βούπαλου[25]--τὶς δυό τους τὶς μασέλες,
τώρα δὲν θὰ ῾χανε φωνὴ [νὰ λένε τέτοιες τρέλλες!]

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἐδῶ στεκόμαστε μπροστά,
κι ἂς ἔρθη ὅποιος τοῦ βαστᾶ·
μὰ [θὰ σὲ κάμω ἐγὼ νὰ εἰπῆς, πώς] οὔτε σκύλλα εἶδες
νὰ σ᾿ ἔχη ἁρπάξη πειὸ γερὰ ἀπὸ τὶς δυό σου ἀρχίδες.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἂν ἴσως δὲν σωπάσης,
τὸ τελευταῖο γῆρας μου κακὰ θὰ δοκιμάσης.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Σὰν θέλης παρ᾿ τὰ μοῦτρα σου,
τὴν Στρατυλλίδα ἄγγιξε, [νὰ ἰδῆς ποὺ πάει ἡ κούτρα σου.]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Τί θὰ μοῦ κάνης, στὶς σβερκιὲς ἂν ἔλθω καὶ σ᾿ ἀρχίσω;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τ ῾άντερα καὶ τὰ πλεμόνια σου μὲ δαγκανιὲς θὰ χύσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κανεὶς δὲν εἶνε πειὸ σοφὸς ἀπὸ τὸν Εὐριπίδη,
[ποὺ τὶς γυναῖκες πάντοτε τὶς στρώνει στὸ βρισίδι]·
γιατί ὡς σήμερα στὴ γῆ δὲν εἶνε γεννημένα
πλάσματα ἀναιδέστερα [καὶ πειὸ ξετσιπωμένα].

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἐμπρὸς Ροδίππη, τὰ σταμνιά, [μὴ χάνουμε καιρό].

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Γιατί, θεοκατάρατες! ἐφέρατε νερό;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Γιατί, μωρὲ ψοφήμι σύ, ἦλθες φωτιὰ ν᾿ ἀνάψης;
τὸ σῶμα σου θὰ κάψης;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἦλθα ν᾿ ἀνάψω τὴ φωτιὰ τὶς φίλες σου νὰ ψήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἔ, ἦλθα τὴ φωτιὰ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὸ νερὸ νὰ σβύσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Θὰ ρίψης στὴ φωτιὰ νερά;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Θὰ στ᾿ ἀποδείξω μία χαρά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Σὲ ξεροψήνω στὴ στιγμὴ μὲ τὸ δαδὶ ποὺ φέρω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἂν ἦσαι βρώμιος κι ἄπλυτος λουτρὸ θὰ σοῦ προσφέρω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Θὰ κάμης σὺ λουτρὸ σ᾿ ἐμέ, μωρὴ βρωμοσουπιά;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Θὰ ῾ν᾿ καὶ λουτρὸ τοῦ γάμου σου.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἀκοῦς ξεδιαντροπιά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μὰ εἶμ᾿ ἐγὼ ἐλεύθερη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κ᾿ ἐγὼ θὰ στὸ βουλώσω
τὸ στόμα σου, ποὺ τ᾿ ἄφησες καὶ τσαμπουνάει τόσο.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἀλλὰ στὸ δικαστήριο δὲν θὰ ῾χης πειὰ δουλειά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Μώρ᾿ δὲν τῆς καῖτε τὰ μαλλιά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (κενώνουσι τᾶς ὑδρίας των ἐπὶ τῶν Γερόντων).
Ὁ Ἀχελῶος ποταμὸς τὸ χρέος τοῦ ἂς κάνη!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὤχ! ὤχ! κακόμοιρος ἐγώ!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μήπως ζεστό σου ἐφάνη;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Βρὲ τί ζεστό! δὲν παύεις πειά; κατάλαβες τί κάνεις;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τί ἔκανα; σ᾿ ἐπότισα βλαστοὺς νὰ ξαναβγάνης.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ριγῶν
Ξεράθηκ᾿ ἀπὸ τὴ νοτιὰ

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Σὰν ἄναψες καὶ τὴ φωτιά,
τρέχα κοντά της νὰ σταθῆς
καὶ γρήγορα νὰ ζεσταθῆς.

(Ἔρχεται ὁ Πρόβουλος ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοξοτῶν κρατούντων μοχλούς)

ΣΚΗΝΗ Δ´
ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ καὶ οἱ ΑΝΩΤΕΡΩ καὶ μετ᾿ ὀλίγον ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἄναψε στὶς γυναῖκες μας φωτιὲς τὸ φαγοπότι,
τὰ ὄργια τοῦ Σαβάζιου[26] καὶ τοῦ τυμπάνου οἱ κρότοι,
κι αὐτὸς ὁ Ἀδωνιασμός[27] μέσα στὸ κάθε δῶμα,
ποὺ ἄκουα τὸν ἦχο του κι ὡς στὴ Βουλὴν ἀκόμα.
Τὴ μέρα ποὺ ὁ Δημόστρατος[28] ἔλεγε, πὼς τὰ πλοῖα
δὲν πρέπει νὰ κινήσουν νὰ πᾶν στὴ Σικελία,
ἐχόρευε ἡ γυναίκα [τοῦ στὸ σπίτι κ᾿ ἐγλεντοῦσε]
καί, ἄου-ἄου! τὸν Ἄδωνι κι αὐτὴ μοιρολογοῦσε!
Στὰ ὅπλα αὐτὸς Ζακυθινοὺς ζητοῦσε νὰ καλέση,
καὶ ἡ γυναίκα τοῦ στουππὶ στὴν κάμερα εἶχε πέση
καὶ κλαίοντας τὸν Ἄδωνι· κι ὁ Χολοζύγης[29] πάλι
ἔβαζε πειὸ μεγάλη
φωνή, ὁ σιχαμένος
καὶ θεοσκοτωμένος!
Νὰ τ᾿ ἀτιμοκαμώματα ποὺ φτιάνουν κάθε μέρα!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κι ἂν μάθαινες τὴν προσβολὴ καὶ τούτην ἐδῶ πέρα!
Ἀφοῦ καλά μας βρίσανε, τὶς στάμνες τοὺς ἐπιάσανε
κι ἀπάνω μας ἀδειάσανε,
καὶ τώρα νά, τὰ ροῦχα μας κουνᾶμε τὰ βρεμένα,
σὰν νὰ ῾ν᾿ κατουρημένα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μὰ τὸ θεὸ τῆς θάλασσας! δικαίως τὰ παθαίνουμε,
ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στὰ γλέντια τὶς μαθαίνουμε,
καὶ τὶς βοηθοῦμε σ᾿ ὅλες τους τὶς πονηριὲς ποὺ κάνουν,
τέτοιες ἰδέες βέβαια θὰ ἰδοῦμε νὰ μᾶς βγάνουν.
Ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ [ἴδιοι πηγαίνουμε τρεχάτοι]
μέσα στὰ ἐργοστάσια καὶ λέμε στὸν ἐργάτη:
Τὴ νύχτα ποὺ ἡ γυναίκα μου ἐχόρευε μὲ βιάσι,
ἀπὸ τὸ περιδέραιον ὅπου τῆς εἶχες φτιάση,
ὢ χρυσοχόε, γλίστρησε καὶ βγῆκε τὸ κεφάλι
ἀπὸ τὴν τρύπα πάλι.
Στὴ Σαλαμίνα σήμερα θὰ πεταχθῶ μὲ βία·
γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τοῦ λόγου σου, ἂν εὕρης εὐκαιρία,
πέρνα τὸ βράδυ ἀπὸ κεῖ, κι ὅπως μπορεῖς νὰ κάνης,
μὰ τὸ κεφάλι στερεὰ στὴν τρύπα νὰ τὸ βάνης.
Ὁ ἄλλος πάλι τρέχοντας τὸν παπουτσὴ γυρεύει,
--ποῦ ῾νε παιδί, μὰ ῾χει ψωλὴ ποὺ δὲν σοῦ χωρατεύει--
καὶ λέει: - Τῆς γυναίκας μου τὸ πόδι, τὸ πληγώνει,
στὸ τρυφερό της δάκτυλο ἀπάνω, στὸ κορδόνι·
τὸ μεσημέρι κόπιασε στὸ σπίτι νὰ στὸ δείξῃ,
καὶ τέντωσέ το γρήγορα, ὅσο μπορεῖ ν᾿ ἀνοίξῃ.
Μὰ νὰ τ᾿ ἀποτελέσματα ὅλων αὐτῶν. Καὶ τώρα
ποὺ κωπηλάτες γύρισα κ᾿ ἑμάζεψα στὴ χώρα,
καὶ πρέπει νά ῾χω χρήματα, μαζεύθηκαν οἱ φίλες
καὶ μοῦ ῾κλεισαν τὶς πύλες!
Ἀλλὰ δὲν εἶν᾿ αὐτὸ δουλειὰ
νὰ στέκωμαι σὰν κούτσουρο [καὶ μὲ χωρὶς μιλιά!]
Φέρ᾿ τοὺς μοχλοὺς ἐσὺ ἐδῶ, καὶ θὰ τιμωρηθοῦν πολὺ
γι᾿ αὐτὴν τὴν προσβολή.

(Πρὸς Τοξότην κρατοῦντα μοχλόν).

- Τί χάσκεις, κακορροίζικε, ἐκεῖθε τί χαζεύεις
χωρὶς νὰ κάνης τίποτα; τὸ καπηλειὸ γυρεύεις;
Γιατί δὲν πᾶτε τοὺς μοχλοὺς στὶς πύλες νὰ τοὺς χώσετε
νὰ τὶς ἀνασηκώσετε;
Ἐμπρός! καὶ ἀπὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ βοηθὸς πηγαίνω.

(Ἑτοιμάζονται νὰ θέσουν τοὺς μοχλοὺς εἰς τᾶς πύλας).

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (ἐξερχομένη)
Τὶς πύλες μὴ σηκώνετε, καὶ μοναχή μου βγαίνω.
Γιὰ τοὺς μοχλοὺς ποὺ φέρνετε, δὲν εἶν᾿ ἀνάγκη τόση,
ἀνάγκη μόνον ἔχετε ἀπὸ μυαλὸ καὶ γνῶσι,
[ὅπου σας λείπει ἀκόμα.]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μπά! σ᾿ εἶσαι μωρὴ βρῶμα!
- Ποῦ εἶνε ὁ τοξότης μου! τρέξε καὶ σύλλαβε τὴ
καὶ πισθαγκώνιασε τή!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ τὴ θεὰ τὴν Ἄρτεμι! ἂν ἴσως καὶ τολμήση
καὶ μὲ τὸ δακτυλάκι τοῦ μονάχα νὰ μ᾿ ἐγγίση,
θὰ κλάψη πολὺ γρήγορα, κι ἂς εἶνε κ᾿ ἐξουσία.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Βρὲ σύ, τὴν ἐφοβήθηκες; - Δὲν πᾶτε μὲ τὴ βία
κ᾿ οἳ δυὸ νὰ τὴν ἁρπάξετε,- ἕνας ἀπὸ τὴ μέση,
κι ὃ ἄλλος νὰ τὴν δέση;

ΓΥΝΗ Α´ (ἐμφανιζομένη πλησίον τῆς Λυσιστράτης)
Ἂν βάλης, μὰ τὴν Πάνδροσο, χέρι σ᾿ αὐτὴν ἀπάνω,
θὰ πάθης τσαλαπάτημα εὐθύς, ποὺ θὰ σὲ κάνω
καὶ θὰ χεσθῆς ἀπάνω σου.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἃ ἔτσι; τώρα στάσου,
κι αὐτὸ τὸ χέσιμο, ποὺ λές, θὰ πάθ᾿ ἡ ἀφεντιά σου.
Ποῦ ῾ν᾿ ὁ τοξότης; -Δέσε τὴν προτήτερ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἄλλες
αὐτήν, ποὺ τὶς παλληκαριές μας κάνει τὶς μεγάλες.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἂν κάνης, μὰ τὴν Ἄρτεμι, καὶ δάκτυλο ν᾿ ἁπλώσης,
σοῦ κάνω τὶς μασσέλες σου στὸ μούσκιο νὰ τὶς χώσης.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μὰ τέλος πάντων τ᾿ εἶν᾿ αὐτά; - Ποῦ ῾ν᾿ ὁ τοξότης; Πίσω!
κι αὐτὴν τὴν καταβόθρα σας ἐγὼ θὰ σᾶς τὴν κλείσω!

ΓΥΝΗ Α´
Νὰ τὴν ἐγγίσης μοναχὰ μοίρα κακὴν ἂν εἶχες,
κ᾿ εὐθὺς σὲ σουρομάδησα ἀπ᾿ ὅλες σου τὶς τρίχες.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἀλλοίμονό μου, ὁ δύστυχος! καὶ ὁ τοξότης πάει.
Τοὺς ἄνδρας εἶναι δυνατὸν γυναίκα νὰ νικάη;
(Πρὸς τοὺς λοιποὺς τοξότας).
Σκύθαι! ἐμπρός! ὅλοι μαζύ! χτυπήσατ᾿ ἑνωμένοι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ τὶς θεές! νὰ ξέρετε πὼς εἶν᾿ ἐδῶ κλεισμένοι
τέσσαρες λόχοι γυναικῶν, ποὺ κάθε μιὰ τὰ ῾χεῖ
ἀκονισμένα κ᾿ ἕτοιμα τὰ ὅπλα της γιὰ μάχη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τὰ χέρια τοὺς πισθάγκωνα δέσετ᾿ ἀμέσως Σκύθαι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, σεῖς! γυναῖκες σύμμαχοι! ἐβγῆτε ἀπὸ κείθε!
αὐγολαχανοφασουλομανάβισσες! [τρεχάτε!]
Σκορσοχατζηξενοδοχοφουρνάρισσες! [ἐλᾶτε!]
δὲν θὰ μαλλιοτραβήσετε;...
καὶ δὲν θὰ κοπανίσετε;
δὲν θὰ καταξεσχίσετε;...
καὶ δὲν θὰ σκυλλοβρίσετε;...
δὲν θὰ ξετσιπωθῆτε;
(Αἱ γυναῖκες ἐξορμῶσιν ἐκτὸς τῶν τειχῶν καὶ συμπλέκονται
μὲ τοὺς Τοξότας, οἵτινες τρέπονται εἰς φυγήν. Ἡ Λυσιστράτη
ἠπιώτερον καὶ θριαμβευτικῶς πρὸς τᾶς γυναίκας:)
Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ, σταθῆτε!
Γυρίστε πίσω· στὸν ἐχθρὸ τὰ ὅπλα πάλι δότε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἀλλοίμονο! τί συφορά μου πάθανε οἱ Τοξόται!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τί νόμισες; μὲ δουλικὰ λοιπὸν πὼς πολεμᾶς,
ἢ μὲ χωρὶς παλληκαριά μας πέρασες ἐμᾶς;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πολλή, μὰ τὸν Ἀπόλλωνα, καὶ ἡ παλληκαριά σας,
καὶ μάλιστα σὰν βρίσκεται καὶ κάπελας κοντά σας.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Τί τόσα λόγια χάνεις,
καὶ μὲ τὶς ὄχεντρες αὐτὲς κουβέντες τώρα πιάνεις,
Ἐπίτροπε τῆς χώρας;
Δὲν ξέρεις πώς μας κάνανε λουτρὸ πρὸ λίγης ὥρας
στὰ ρουχαλάκια μας, χωρὶς καὶ μ᾿ ἁλυσσίβας σκόνη;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (πρὸς τὸν Χορὸν Γερόντων)
Βρὲ κουτεντέ! τὸ χέρι του δὲν πρέπει ἂν σηκώνη
ὁ ἄνθρωπος αὐθαίρετα στὸν ἄλλον κατ᾿ ἐπάνω·
σὰν τὸ σηκώνης, τούμπανα τὰ μάτια θὰ σοῦ κάνω.
Κακὸ δὲν κάνω κανενός· φρόνιμα θὰ καθήσω,
σὰν κοριτσάκι· οὔτε κλωνὶ ἀχύρου θὰ κινήσω,--
ἐνόσω δὲν θελήση
κανείς, σὰν τὴ σφηγκοφωλιὰ νὰ ρθῆ νὰ μ᾿ ἐρεθίση.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὢ Ζεῦ! ἔχουμε τάχα χρεία,
ἀπὸ αὐτὰ τὰ κνώδαλα τ᾿ ἀχρεῖα;
(Στὸν Πρόβουλο)
Κανεὶς νὰ ὑποφέρη δὲν μπορεῖ
αὐτὸ τὸ πράμα τὸ βαρύ.
Λοιπὸν νὰ ἐξετάσουμε τί φτιάσανε,
γιτι᾿ ἤλθανε τὸ φρούριο τοῦ Κραναοῦ[30] κ᾿ ἐπιάσανε,
τὴν ἄβατη Ἀκρόπολι, τὴν πέτρα τὴ μεγάλη
καὶ τὸν ναὸ τὸν Ἱερό. Ἐξέτασε καὶ πάλι--
καὶ μὴ πεισθῆς,
κι ὅλα τὰ μέσα ποὺ μπορεῖς, νὰ μεταχειρισθεῖς.
Γιατί ντροπὴ θὰ πάθουμε,
ἐὰν δὲν ἐξετάσουμε τί τρέχει καὶ δὲν μάθουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καί, μὰ τὸ Δία, βέβαια· σεῖς πρῶτες θὰ μοῦ πῆτε
τί τάχα στὴν Ἀκρόπολι γυρεύατε νὰ μπῆτε
καὶ μὲ μοχλοὺς τὴν κλείσατε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τὸ χρῆμα νὰ κρατήσουμε
σωστό, νὰ μὴν ἀφήσουμε
γιὰ χρήματα στὸν πόλεμο τὸ αἷμα σας νὰ χύνετε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θαρρεῖτε γιὰ τὰ χρήματα ὁ πόλεμος πῶς γίνεται;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ γι᾿ ἄλλους λόγους γίνεται αὐτὸ τὸ ἀνακάτωμα:
Γιὰ νὰ μπορεῖ ὁ Πείσανδρος,[31] καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα ἄτομα
ποὺ τὴν ἀρχὴν βυζαίνουνε, νὰ βρίσκουν εὐκαιρίες
γιὰ κλέψιμο, ἀνοίγοντες στὸν τόπο φασαρίες.
Ἂς κάμουν ὅ, τί θέλουνε καὶ ὅ, τί τοὺς ἀρέσει·
νὰ βγάλη χρῆμα ἀπὸ δῶ κανεὶς δὲν θὰ μπορέση.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καὶ τί θὰ κάμης;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τὸ ρωτᾶς; τί ἄλλο δὰ θὰ πράξουμε,
παρὰ νὰ τὸ φυλάξουμε;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σὺ φύλακας στῆς πόλεως τὰ χρήματα θὰ γίνης;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μπά! δύσκολο τὸ κρίνεις;
Μήπως ἐμεῖς δὲν εἴμαστε καὶ φύλακες συνάμα
γιὰ τοῦ σπιτιοῦ τὰ χρήματα;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δὲν εἶν᾿ τὸ ἴδιο πράμα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν εἶν᾿ τὸ ἴδιο πράμα;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ναί, μ᾿ αὐτὸ θὰ πολεμήσουμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν πόλεμο νὰ γίνη δὲν θ᾿ ἀφήσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τὴν πόλι πῶς θὰ σώσουμε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἐμεῖς θὰ σᾶς γλυτώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σεῖς, λέει;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Βέβαια ἐμεῖς.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Σὰν δύσκολο πολύ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ κι ἂν δὲν θέλης, θὰ σωθῆς.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἡ γλώσσα σου μιλεῖ
πολὺ κακά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀγανακτεῖς; μὰ θὰ τὸ κατορθώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἄδικο, μὰ τὴ Δήμητρα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἅ, πρέπει νὰ σᾶς σώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι ἂν ἴσως δὲν θελήσω;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Νὰ κ᾿ ἕνας λόγος πλειότερος τὸ ζήτημα νὰ λύσω.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἀλλὰ κι ἂν πρέπ᾿ εἰρήνη
πόλεμος νὰ γίνη,
πῶς βγήκατε τὴ γνώμη σας νὰ δώσετε στὴ χώρα;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θὰ σοῦ τὰ ποῦμε τώρα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θὰ κλάψης· λέγε γρήγορα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἄκου λοιπὸν καὶ στάσου,
καὶ μή μας τὰ παρακουνᾶς μπροστά μας τὰ ξερά σου.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Νὰ τὰ κρατήσω δὲν μπορῶ· μὲ πιάνουνε κ᾿ ἐξάψεις
ἀπ᾿ τὸ θυμό μου.

Α´ ΓΥΝΗ
Ἔ, λοιπὸν περισσότερο θὰ κλάψης.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ (πρὸς τὴν Α´ Γυναίκα)
Πὲς τὸ αὐτὸ καλήτερα, γρηά, στὸν ἑαυτό σου.
(Στὴ Λυσιστράτη)
Γιὰ ἔλα τώρα, λέγε μας ἐσὺ τὸ σχέδιό σου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Αὐτὸ κ᾿ ἐγὼ ἔχω σκοπό,
τὸ σχέδιό μου νὰ σοῦ εἰπῶ.
Ἐμεῖς αὐτὸν τὸν πόλεμο, [ποὺ τρώει τὴν Ἑλλάδα],
πρῶτες τὸν ἀνεχθήκαμε μὲ τόση φρονιμάδα,
κι ἀπ᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἀρχίσατε,
οὔτε καὶ νὰ γκρινιάσουμε καθόλου μας ἀφήσατε·
μὰ μολονότι εἴμαστε καὶ δυσαρεστημένες,
κ᾿ ἐμέναμε κλεισμένες
στὰ σπίτια μας, πολλὲς φορὲς
σὲ ὑποθέσεις σοβαρὲς
νὰ παίρνετε ἀπόφασι πολὺ κακὴ ἀκούσαμε.
Κατόπιν σας ρωτούσαμε--
μὲ γέλιο καὶ μὲ λύπη μας μέσ᾿ τὴν ψυχὴ κορυφή:
- «Τί ἀποφάσισ᾿ ἡ Βουλὴ στὴ στήλη32 νὰ γραφὴ
γιὰ τὴν εἰρήνη σήμερα;» - «εἶν᾿ ἀλλουνοῦ δουλειά»
μοῦ ῾λεγε ὁ ἄνδρας μου. «Σκασμός!» Δὲν ἔβγαζα μιλιά!

Α´ ΓΥΝΗ
Ἅ, νὰ κρατήσω σιωπὴ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Θὰ ῾σκουζες, ἂν δὲν σώπαινες.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐγὼ σιωποῦσα.
Καὶ ὅταν ἐμαθαίναμε ποὺ ῾χατε ξαναβγάλη
ἀπόφασι χειρότερη, ρωτούσαμε καὶ πάλι:
-«Μὰ πῶς τὰ καταφέρατε μὲ τόση κουταμάρα;»
Κ᾿ ἐκεῖνος, μ᾿ ἕνα βλέμμα του ποὺ σ᾿ ἔπιανε τρομάρα,
ἂν δὲν καθήσω, μοῦ ῾λεγε, μονάχα μὲ τὴ ρόκα μου
θὰ μοῦ ῾σπαζε τὴν κόκα μου.
Ὁ πόλεμος εἶνε δουλειὰ καὶ σκέψις ἀνδρική.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ὤ, μὰ τὸ Δία, στὰ λέγε καλά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀκοῦς ἐκεῖ,
μοῦ τὰ ῾λεγε καλά!
πὼς τάχα--ὅταν σκέπτεσθε καὶ σεῖς χωρὶς μυαλά,
πρέπει νὰ σᾶς ἀφίνουμε
καὶ γνῶμες νὰ μὴ δίνουμε;
καὶ ὅταν μία φορὰ
στὸ δρόμο σας ἀκούσαμε νὰ λέτε φανερὰ
πῶς ἄνδρας μέσ᾿ στὴ χώρα
δὲν ἀπομένει τώρα,
κι ὃ ἄλλος εἶπε: «ναί, κανείς, μὰ τὸ θεό»,--σκεφθήκαμε,
καὶ οἱ γυναῖκες γρήγορα μαζὺ ἐσυναχθήκαμε
καὶ τὴν Ἑλλάδα σήμερα νὰ σώσουμ᾿ εἶνε χρεία.
Πούθε θὰ περιμέναμε γιὰ νὰ ῾ρθ᾿ ἡ σωτηρία;
Λοιπόν, ἂν ἴσως σήμερα εἶν᾿ καὶ δικό σας θέλημα,
ἄνδρες, ν᾿ ἀκούσετε αὐτὰ τὰ λόγια τὰ ὠφέλιμα,
κι ὅπως ἐκάναμε κ᾿ ἐμεῖς τὸ στόμα νὰ βουλλώσετε,
μποροῦμε νὰ σᾶς σώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἐσεῖς ἐμᾶς νὰ σώσετε;
Βαρὺς καὶ ἀνυπόφορος ὁ λόγος ὀποὺ βγαίνει
ἀπὸ τὸ στόμα σου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σκασμός!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μωρὴ καταραμένη!
Ἐσὺ θὰ δώσης προσταγὴ σ᾿ ἐμὲ νὰ σιωπήσω,
μὲ τὴ μανδήλα ποὺ φορεῖς; Μπά! κάλλιο νὰ μὴ ζήσω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἂν μ᾿ ἐτοῦτο σ᾿ ἐμποδίζω,
τὴ μανδήλα σου χαρίζω,
τὸ κεφάλι σου νὰ δένης,
νὰ σιωπαίνης.
Νὰ καλάθι, βαλ᾿ τὸ μπρός σου,
πάρε καὶ τὴν ρόκα ζώσου,
καὶ κάθησε νὰ τρῶς κουκκιά[33] καὶ ξαῖνε τὰ μαλλιά.
Ἅ, τώρα εἶν᾿ ὁ πόλεμος τῶν γυναικῶν δουλειά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἔλα, γυναῖκες, κάθε μιὰ
ἀφῆστε κάτω τὰ σταμνιά,
στὶς φίλες μας νὰ ρθοῦμε
μαζύ τους νὰ ἑνωθοῦμε.
Μὲ δίχως κούρασι μπορῶ
νὰ μπαίνω πάντα στὸ χορό--
[χωρὶς νὰ πέφτω χάμου,]
κι ὃ κόπος δὲν ἐκούρασε ποτὲ τὰ γόνατά μου.
Θέλω νὰ κάνω κάθε τί
ποὺ τὸ προστάζ᾿ ἡ ἀρετή,
[καὶ νὰ περάσω ἀπὸ κεῖ]
μαζὺ μ᾿ αὐτὲς νὰ ἑνωθῶ, ποὺ ῾χουνε χάρι, λογική,
ποὺ ἔχει τόλμη κάθε μιά, κ᾿ εἶνε σοφία ὅλη,
καὶ ἀγαπᾶνε μ᾿ ἀρετὴ καὶ φρόνησι τὴν πόλι.
Σύ, ποὺ ῾σαι μιὰ γρηὰ γερή,
καὶ σὰν τσουκνίδα τσουχτερή,
νὰ μὴ δειλιάσης, τράβα ῾μπρός,
γιατ᾿ εἶνε πρίμος ὁ καιρός.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι ἂν ὁ γλυκὸς ὁ ἔρως ἐπιμένη--
κ᾿ ἡ Ἀφροδῖτ᾿ ἢ Κυπρογεννημένη
πόθο μέσα στοὺς κόρφους μας ν᾿ ἀνάψη,
καὶ τὰ μεριά μας μὲ φωτιὲς νὰ κάψη,
καὶ ἂν τοὺς ἄνδρες ἀπ᾿ τὴν καύλα λειώση,
καὶ σὰν τὸ ρόπαλο τοὺς τὴν τεντώση,--
στοὺς Ἕλληνας, θὰ μᾶς εἰποῦν μιὰ μέρα
πολεμοταλύτρες πέρα ὡς πέρα!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πῶς θὰ τὸ καταφέρνατε καὶ τοῦτο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
[Μιὰ χαρά!]
Νὰ παύσουνε στὴν ἀγορὰ
νὰ βγαίνουν λυσσασμένοι
καὶ πάντοτ᾿ ὠπλισμένοι.

ΓΥΝΗ Α´
Ναί, μὰ τῆς Πάφου τὴ θεά!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι ἄλλη δουλειὰ δὲν ἔχουνε,
παρὰ σὰν τοὺς Κορύβαντας[34] στὴν ἀγορὰ νὰ τρέχουνε,
κ᾿ ἐκεῖ ν᾿ ἀνακατώνουνε τὰ ὅπλα τὰ πολεμικά,
μὲ χύτρες καὶ λαχανικά!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κ᾿ ἔτσι πρέπει, μὰ τὸν Δία!
Νά, αὐτὸ θὰ πῆ ἀνδρεία·

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι ὅμως εἶν᾿ ἀστεῖο πράμα, νὰ κρατῆ κανεὶς ἀσπίδες
μὲ Γοργόνες, καὶ νὰ τρέχη ν᾿ ἀγοράζη, τί;--μαρίδες!

ΓΥΝΗ Α´
Μὰ τὸ θεό, εἶδα κ᾿ ἐγὼ
καβάλλ᾿ ἀπάνω στ᾿ ἄλογο σπουδαῖον ἀρχηγό,
νὰ βγάν᾿ ὑπερηφάνως
τὸ χάλκινό του κράνος
μὲ τὰ μαλλιὰ τὰ μακρυά,--
νὰ βάλῃ μέσα ἕν᾿ αὐγό, π᾿ ἀγόρασε ἀπὸ μιὰ γρηά!
Κ᾿ ἕνα ἄλλο παλληκάρι,
ποὺ ἤτανε σὰν τὸν Τηρέα[35], μὲ ἀσπίδα καὶ κοντάρι,
κ᾿ εἶχε ῾ρθῆ ἀπὸ τὴ Θράκη, μιὰ γυναίκα ἀπειλοῦσε,
ὀποὺ σύκα ἐπουλοῦσε,
καὶ τῆς ἒχαφτ᾿ ἕνα-ἕνα
ὅσα ἦσαν γινωμένα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καὶ πὼς θὰ ἦσθε δυνατές,
τὶς ταραχὲς ὅλες αὐτὲς
ὅπου στὶς χῶρες γίνονται, ἐσεῖς νὰ καταπνίξετε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἅ, εἶναι τόσο εὔκολο.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μὰ πῶς; νὰ τ᾿ ἀποδείξετε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σὰν κλωστές, ποὺ ὅταν πέφτουν σὲ μιὰ μπερδεψιὰ κακή,
τὶς τραβοῦμε μὲ τ᾿ ἀδράχτια, μιὰ ἀπὸ ῾δώ καὶ μιὰ ἀπὸ ῾κεί,
ἔτσι καὶ τὸν πόλεμό σας θὰ διαλύσω τὸν μεγάλο,
στέλνοντας ἀμέσως πρέσβεις στὸ ῾να μέρος καὶ στὸ ἄλλο.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τί μας λέτε, βρὲ κουτές,
μὲ μαλλιὰ καὶ μὲ κλωστὲς
καὶ μ᾿ ἀδράχτια σεῖς θαρρεῖτε
τέτοια πράγματα μεγάλα πῶς νὰ παύσετε μπορεῖτε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀλλ᾿ ἂν εἴχατε σεῖς γνῶσι, κι ἀπὸ τοῦτα τὰ μαλλιὰ
μάθημα θὰ ῾χατε πάρη γιὰ τὴν κάθε σας δουλειά.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πῶς λοιπόν; γιὰ νὰ τὸ ἰδοῦμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ὅπως βάζουμε στὴν πλύσι
πρῶτα-πρώτ᾿ ἀπὸ τὴ βρῶμα τὸ μαλλὶ νὰ καθαρίση,
ἔτσι ἒπρεπ᾿ οἱ πολίται τὰ ραβδιὰ νὰ πάρετ᾿ ὅλοι,
μοχθηροὺς καὶ ραδιούργους νὰ πετάξετ᾿ ἀπ᾿ τὴν πόλι·
καὶ αὐτούς, ποὺ κάνουν πάντα μεταξὺ τοὺς μιὰ φατρία
καὶ κολλοῦν στὴν ἐξουσία,
νὰ τοὺς ξύνετε, μαδώντας τὸ [κακό τους] τὸ κεφάλι·
ἔπειτα μέσ᾿ στὸ καλάθι νὰ τοὺς ξάνετ᾿ ὅλους πάλι--
πρὸς ὠφέλεια τῆς χώρας· νὰ ῾χετ᾿ ἀνακατωμένους
ἐκεῖ μέσα τους μετοίκους καὶ τοὺς φίλους σας τοὺς ξένους·
ἀλλ᾿ ἂν τύχη καὶ κανένας στὸ δημόσιο χρωστᾶ,
βάλτε τὸν κ᾿ ἐκεῖνον μέσα [νὰ μὴ μένη χωριστά].
Καὶ οἱ πόλεις, μὰ τὸ Δία, ὅπου εἶνε μέχρις ὥρας
ἄποικοι αὐτῆς τῆς χώρας,
νὰ τὸ ξέρετε πὼς εἶνε σὰν κομμάτια χωρισμένα:
πάρετε κάθε κομμάτι, νὰ τὰ κάμετ᾿ ὅλα ἕνα.
Φτιάστε μιὰ τρανὴ τουλούπα μ᾿ ὂλ᾿ αὐτὰ τὰ μαζωμένα,
κ᾿ ἔπειτα μ᾿ αὐτὴ τοῦ Δήμου νὰ ὑφαίνετε τὴ χλαίνα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δὲν εἶνε ἀνυπόφορο τέτοια μαλλιὰ νὰ ξαίνουν
αὐτές, ὁποὺ στὸν πόλεμο καὶ μέρος δὲν λαβαίνουν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καὶ ὅμως, τρισκατάρατε! [στὸν πόλεμο δὲν πᾶμε]
μὰ δίνουμε περισσότερο κι ἀπ᾿ τὸ διπλό: - γεννᾶμε
τὰ τέκνα ἡμεῖς πρῶτες
ποὺ πᾶνε στρατιῶτες.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μή μου θυμίζεις τὸ κακό!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν πρέπει νὰ χαροῦμε
λοιπὸν κ᾿ ἐμεῖς τὰ νηάτα μας; νὰ εὐχαριστηθοῦμε,
ποὺ σήμερα κοιμώμεθα μονάχες, ἐξ αἰτίας
αὐτῆς τῆς ἐκστρατείας;
Κι ὅσο γιὰ μᾶς ἀφῆστε τό, [δὲν μᾶς πολυπειράζει]·
μὰ κεῖνο, ὅπου τὸ ῾χουμε μέσ᾿ στὴν καρδιὰ μαράζι,
εἶνε ποὺ τὰ κορίτσια μας ἀνύπανδρα γερνᾶνε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Μήπως κ᾿ οἱ ἄνδρες δὲν γερνοῦν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μπά! λὲς τὸ ἴδιο νὰ ῾νε;
Ὁ ἄνδρας, ἐπιστρέφοντας καὶ γέρος ἀπ᾿ τὴ μάχη,
μπορεῖ λαμπρὰ νὰ πανδρευθῆ καὶ νηὰ γυναίκα νὰ ῾χει.
Μὰ τῆς γυναίκας φεύγουνε τὰ νηάτα καὶ ἡ χάρι,
κι ἂν δὲν προφθάση γρήγορα, κανεὶς δὲν θὰ τὴν πάρη,
καὶ κάθεται [στὸ ράφι]
γιὰ νὰ ρωτάῃ ἀπὸ κεῖ τὴ μοίρα, τί τῆς γράφει!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Ἀλλὰ γιατί, ἀφοῦ μπορεῖ καὶ γέρος νὰ τὴν πάρῃ,
ὁποὺ νὰ τοῦ σηκώνεται ἀκόμα σὰν στηλιάρι;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σύ, γιὰ πές μου τώρα: τάχα τί νὰ μάθης περιμένεις
ποὺ ἀκόμα δὲν πεθαίνεις;
Νὰ σὲ θάψουν ἔχεις τόπο·
[λοιπὸν κᾶμε καὶ τὸν κόπο]
καὶ ἀγόρασε μιὰ κάσσα, καὶ γιὰ χάρι σου ὡς τόσο
τὰ μελομακάρουνά36 σου μοναχὴ θὰ σοῦ ζυμώσω.
Νὰ κι αὐτὸ γιὰ στέφανό σου·
πάρε τὸ καὶ στεφανώσου.

(Τοῦ ρίπτει ἄνωθεν στέφανον)

ΓΥΝΗ Α´ (ρίπτουσα ταινίας)
Νὰ κι αὐτά, δικό μου δῶρο.

ΓΥΝΗ Β´ (ρίπτουσα στέφανον)
Καὶ στεφάνι θὰ σοῦ βάλλω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πές μου, τί σου λείπει ἄλλο;
Καὶ τί θέλεις [νὰ σοῦ πάρω;]
Τράβα γρήγορα στὴ βάρκα... [δὲν ἀκοῦς, καλέ], τὸ Χάρο;...
σὲ φωνάζει... σὲ προσμένει...
Δὲν μπορεῖ νὰ ξεκινήση, [κ᾿ εἶν᾿ ἡ βάρκα τοῦ δεμένη!]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Δὲν εἶνε πράμα φοβερό; [δὲν εἶναι ἀηδία]
αὐτὰ ποὺ σήμερα ἐδῶ παθαίνω; Μὰ τὸν Δία,
θὰ πάω κ᾿ οἱ ἐπίτροποι γιὰ νὰ μ᾿ ἰδοῦν οἱ ἄλλοι,
καὶ νὰ μὲ καμαρώσουνε σ᾿ αὐτὸ τὸ μαῦρο χάλι!

(Φεύγει)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (κραυγάζουσα ὄπισθέν του)
Μὴ τύχη κ᾿ ἐναντίον μας θὰ φτιάσης κατηγόρια,
ποὺ τάχα σου τὸ κρύψαμε τὸ λείψανό σου χώρια;37
Ἔννοιά σου, σὰν περάσουνε τρεῖς μέρες ἀπὸ σήμερα,
θὰ ρθοῦμε νὰ σοῦ κάνουμε πρωὶ-πρωὶ τὰ τρήμερα!

(Εἰσέρχεται)

ΣΚΗΝΗ Ε´ 38
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὁ ἐλεύθερος ὁ ἄνδρας νὰ κοιμᾶται δὲν τοῦ πρέπει.
Ἂς ξετάσουμε τὸ πράμα· εἰς αὐτὸ καθένας βλέπει
πὼς ὑπάρχει κάτι ἄλλο
πειὸ πολὺ καὶ πειὸ μεγάλο,
καὶ μυρίζει τυραννία
σὰν κ᾿ ἐκείνη τοῦ Ἱππία.[39]
Εἶνε φόβος μήπως ἦλθαν Σπαρτιάτες στοῦ Κλεισθένη[40]
κ᾿ ἐκατάφεραν μὲ δόλο κάθε μιὰ καταραμένη,
νὰ κρατήσουνε τὸ χρῆμα, ποὺ ῾χουμε [καὶ πολεμοῦμε]
καὶ τὴ σύνταξι ποὺ ζοῦμε.
Εἶνε τρομερὸ νὰ βγαίνουν συμβουλὲς νὰ μᾶς πουλᾶνε,
καὶ γιὰ χάλκινες ἀσπίδες οἱ γυναῖκες νὰ μιλᾶνε,
καὶ νὰ μᾶς συμφιλιώσουν μὲ τοὺς Λάκωνας ἀκόμα,
ὁποὺ ἔχουν τόση πίστι, ὅση κ᾿ ἕνα λύκου στόμα.
[Δὲν εἶν᾿ ἀμφιβολία
πῶς] ὂλ᾿ αὐτὰ σκαρώσανε νὰ φτιάσουν τυραννία.
Ἀλλὰ νὰ γίνουν τύραννοι καιρὸ δὲν θὰ τοὺς δώσω,
καὶ μέσα σὲ μυρτιᾶς κλαδιὰ τὸ ξίφος μου θὰ χώσω,[41]
καὶ θὰ σταθῶ στὴν ἀγορά, καὶ θὰ παραφυλάττω
ἐκεῖ στοῦ Ἀριστογείτονος τὸ ἂγαλμ᾿ ἀπὸ κάτω.
Ἔ, τώρα τούτη τὴ γρηά μου ῾ρχεται νὰ τὴν πιάσω,
καὶ τὴν παληομασέλλα της [μὲ μιὰ γροθιά] νὰ σπάσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ὅταν καθένας ἀπό σας στὸ σπίτι του γυρίση,
θὰ τὸν ἰδῆ κ᾿ ἡ μάννα του καὶ δὲν θὰ τὸν γνωρίση.
- Φίλες γρηές! ἀφῆστε τὰ ἐτοῦτα ποὺ κρατεῖτε.
- Γιὰ τὸ καλό της πόλεως μιλούμ᾿ ἐμεῖς, πολίται·
καὶ πρέπει, γιατί μ᾿ ἔθρεψε μὲ χάδια ζηλευτά,
καὶ μὲ λαμπρότητα πολλή. Ἀπὸ χρονῶν ἑφτὰ
κρατοῦσα [μιὰ χαρά]
μεσ᾿ στὶς γιορτὲς τῆς Ἀθηνᾶς τὰ βάζα τὰ ἱερά·42
στὰ δέκα χρόνια μ᾿ ἔβαζαν καὶ ἄλεθα [μὲ χάρι]
τὸ ἱερὸ κριθάρι·
καὶ τὴν ἀρκούδα ἔκανα μὲ φούστα κροκωτὴ
στῆς Βαυρωνίας[43] τὴ γιορτή·
καὶ ὅταν πειὰ ἐγίνηκα μιὰ ὤμορφη κοπέλλα,
καὶ τὸ κανίστρι ἐκράτησα καὶ σύκα μιὰ τσαπέλλα.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν πρέπει κ᾿ ἐγὼ νὰ δώσω μιὰ καλῆ
στὴν πόλι συμβουλή.
Κι ἂν ἡ δική μου ἡ ψυχὴ καλὸ στὴν πόλι θέλη,
κι ἂν ἔτυχε νὰ γεννηθῶ γυναίκα, μή σας μέλη,--
οὔτε καὶ ἂν τὰ πράματα, ποὺ ἔχουν χάλι τόσο,
ἐγὼ θὰ διορθώσω.
Δίνω τὸ μερδικό μου
στὴν πόλι, τὸ δικό μου.
Μὲ ἄνδρες πάντα κάθε μιὰ τὸ φόρο τῆς προσφέρει·
δὲν εἶσθε σεῖς γιὰ τίποτε, δυστυχισμένοι γέροι!
παρὰ ξεκοκκαλίζετε τὴ σύνταξι ποὺ παίρνετε
ἀπ᾿ τὸν καιρὸ τῶν Μηδικῶν, καὶ τίποτε δὲν φέρνετε
καὶ κινδυνεύ᾿ ἡ χώρα
ὁλόκληρη, γιὰ χάρι σας, νὰ παραλύση τώρα.
Ἔχεις κ᾿ αἰτία ἄλλη
γιὰ νὰ γκρινιάζης πάλι;
Κύττα καλά, κακόμοιρε γιατ᾿ ἂν μὲ πιάσ᾿ ἡ τρέλλα,
μὲ τὸ σκληρὸ τὸ τσόκαρό σου σπάζω τὴ μασέλλα.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὤ! μ᾿ αὐτὸ ποὺ λένε πάλι
εἶνε μιὰ βρισιὰ μεγάλη!
κι ὅλο τὸ κακὸ ἀνάβει
κι ὅλο πέφτουμε στὰ ἴδια--
Ἔ! τὰ μέτρα τοῦ ἂς λάβη
κάθε ἄνδρας πὤχει ἀρχίδια!
Ἂς πετάξουμε τὰς χλαίνας, -
κι ὅταν ἄνδρας εἶν᾿ κανένας
πρέπει ἀνδρίκια νὰ μυρίζη,
καὶ δὲν πρέπει τυλιγμένος στὰ πανιὰ νὰ τριγυρίζη.
Λοιπὸν ἐμπρός, λυκόποδες! ἐμεῖς, ποὺ νέοι τότε,
πήγαμε στὸ Λειψύδιον[44] [κρυφὰ γιὰ συνωμόται,]
πρέπει νὰ ξανανηώσουμε καὶ τούτη τὴ φορά,
νέα νὰ πάρουμε φτερά,
καὶ τὰ γεράματά μας
μακρὰν νὰ τὰ πετάξουμε ἀπὸ τὰ σώματά μας.
Γιατί ἀέρα τόσο
καὶ μόνον ἂν τοὺς δώσω,
μποροῦν νὰ βροῦνε τὸν καιρὸ
νὰ φτιάσουν κάτι τολμηρό:
μποροῦν καὶ πλοῖα μάλιστα στὴ θάλασσα νὰ ρίξουν·
μποροῦν καὶ κατ᾿ ἐπάνω μας ἀκόμη νὰ τραβήξουν,
νὰ κάνουν ναυμαχία
σὰν τὴν Ἀρτεμισία.[45]
Κι ἂν [εὕρουν εὐκαιρία
μιὰ μέρα νά] τὸ ρίξουνε καὶ στὴν καβαλλαρία,--
τὸ ξέγραψα τὸ ἱππικό·
γιατί τὸ κάθε θηλυκὸ
ἔχει γιὰ τὴν καβάλλα
κεφάλαια μεγάλα,
καὶ δὲν ἐγλίστρησε ποτὲ νὰ πέση στὴν τρεχάλα.
Δὲν παίρνεις τὸ παράδειγμα κι᾿ ἀπὸ τὶς Ἀμαζόνες,
στὴ ζωγραφιὰ τοῦ Μύκωνος,[46] ποὺ πολεμᾶνε μόνες
καβάλλα κατὰ τῶν ἀνδρῶν; Λοιπὸν μὴ τὶς ἀφήσουμε,
καὶ τὸ λαιμό τους γρήγορα στὸ φάλαγγα[47] νὰ κλείσουμε.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μὰ τὶς δυὸ θεές! τὸ αἷμα κι᾿ ἂν μ᾿ ἀνάψη πειὸ πολύ,
θ᾿ ἀπολύσω τὴ χολή,
θὰ σοῦ βγάλω μάτια, μύτες,
ποὺ νὰ τρέχῃς νὰ γυρεύῃς βοηθούς σου τοὺς πολίτες.
-Κι ἀπό μας ἡ κάθε μία τὸ κορμὶ τῆς τώρ᾿ ἂς γδύση,
γυναικίλες νὰ μυρίση.
Κι᾿ ὅποιος τώρα τοῦ βαστᾶ,
ἂς ζυγώση ἐδῶ μπροστά,
νὰ τοῦ δείξω ἐγώ, ἂν σκόρδα τοῦ λοιποῦ θὰ ξαναφάη
[γιὰ τὸν πόλεμο νὰ πάη]
κι᾿ ἂν θὰ φάη μαυροκούκκια [γιὰ νὰ πάη νὰ δικάζη
καὶ νὰ κάθεται στὴν ἕδρα δίχως νὰ ξερονυστάζη.]
Μιὰ τὸ στόμα σου μονάχα λέξιν ἄσχημη νὰ βγάνη,
καὶ ὁ θυμὸς εὐθὺς μὲ πιάνει,
ποὺ θὰ βγῆς ἀπ᾿ τὸν καυγὰ
ὅπως ἀπὸ τὸ σκαθάρι κι ὁ ἀητός, - χωρὶς αὐγά![48]
Μὰ κι ἂν στέκεσαι μπροστά μου, δὲν μὲ μέλει πειᾶ γι᾿ αὐτό,
ὅσο εἶν᾿ ἡ Λαμπιτώ,
κι ὅσο βρίσκεται ἐκεῖ
κ᾿ ἡ Θηβαία Ἰσμηνία, πού ῾νε κόρη εὐγενική.
Κι ἂν σωστὲς φορὲς ἑφτὰ
μᾶς ψηφίσης ἐναντίον, δὲν περνοῦν σ᾿ ἐμᾶς αὐτά,
κακομοίρη, ποὺ γυρεύεις
σὲ γειτόνους καὶ σὲ φίλους συφορὲς νὰ μαγειρεύης.
Χθὲς ἀκόμη μὲ τὶς ἄλλες στῆς Ἑκάτης τὴ γιορτή,
τούτη τὴν ἀγαπητὴ
ἐπροσκάλεσα κοπέλλα, ποὺ ῾νε ὤμορφη καὶ μέλι
καὶ τῆς Βοιωτίας χέλι.
Καὶ δὲν ἤθελαν νὰ στείλουν τὶς γυναῖκες τοὺς δῶ πέρα
ἀπὸ τὰ ψηφίσμτά σου, [ὅπου βγάνεις κάθε μέρα.]
Παῦτε τὰ ψηφίσματά σας, πρὶν κανένας σας ἁρπάξη
ἀπ᾿ τὰ γέρικά σας σκέληα, καὶ τὸ σβέρκο σας τινάξη!

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ Γ´
{Η Σκηνὴ ὅπως καὶ εἰς τὴν Β´ πράξιν.}

ΣΚΗΝΗ Α´
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, καὶ μετ᾿ ὀλίγον ΓΥΝΗ Γ´, Δ´.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Σύ, ἀρχηγὲ τῆς πράξεως, γιὰ πές μας τί συμβαίνει,
ποὺ βγαίνεις τόσο σκυθρωπὴ καὶ τόσο λυπημένη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τῶν γυναικῶν τῶν πρόστυχων τὰ ἔργα τὰ κακὰ
καὶ τὰ μυαλὰ τὰ θηλυκὰ
[ποὺ φρόνησι τοὺς λείπει]-
ἔ, νά, αὐτὰ μ᾿ ἐκάμανε νὰ περπατῶ μὲ λύπη.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τί λές; τί λές;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀλήθεια, ναί.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τ᾿ εἶν᾿ τὸ κακὸ ποὺ ἐστάθη;
Πὲς τὸ στὴ φιλαινάδα σου, [ποὺ θέλει νὰ τὸ μάθη.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κι ἄν σας τὸ πῶ θὰ εἶν᾿ αἰσχρό,
κι ἂν δὲν τὸ πῶ κακό-ψυχρό.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μή μας τὸ κρύβης τὸ κακό, καὶ πὲς τὸ ἴσα-ἴσα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κοντολογίς, μᾶς ἔπιασε γιὰ τὸ γαμήσι λύσσα!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ὢ Ζεῦ!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τί νὰ σοῦ κάνη ὁ Ζεύς; Αὐτὸ ζητοῦν νὰ φτιάσουν,
καὶ νὰ τὶς κάνω δὲν μπορῶ τοὺς ἄνδρες νὰ ξεχάσουν.
Καὶ κατορθώνει κάθε μιὰ μὲ τρόπο νὰ μοῦ φύγη.
Τὴ μία, τρύπα μυστικὴ τὴν τσάκωσα ν᾿ ἀνοίγη--
μεσ᾿ στοῦ Πανὸς τὸ ἱερό·
[κ᾿ ἢ ἄλλη μὲ σχοινὶ γερό]
κατέβη, ἀπ᾿ τοῦ πηγαδιοῦ δεμένη τὸ μαγκάνι·
ἡ ἄλλη πάει στὸν ἐχθρὸ κι αὐτομολία κάνει·
κι ἄλλη καβάλλα ἤθελε νὰ πάρη ἕνα σπουργίτι,
νὰ πέση στοῦ [πορνοβοσκοῦ] Ὀρσίλοχου[49] τὸ σπίτι,--
ὡς ποὺ τὴν ἐξεμάλλιασα. Καὶ ὅλες μου ζητᾶνε
προφάσεις, νὰ τὸ σκάσουνε, στ σπίτια τους νὰ πᾶνε.
Θὰ ἰδῆτε· κάποια ἔρχεται καὶ πλησιάζει· νὰ τή!
-Παρακαλῶ, ποῦ τὸ ῾βαλες τοῦ λόγου σου τρεχάτη;

( Εἰσέρχεται ἡ Γυνὴ Β´)

ΓΥΝΗ Β´
Θέλω νὰ πάω σπίτι μου. Ἄφησα στὸ κατώι
ἀπὸ τὴ Μίλητο[50] μαλλιά, κι ὁ σκόρος μου τὰ τρώει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ποιὸς σκόρος; ἄφησε τ᾿ αὐτά· [τράβα καὶ γύρνα πίσω!]

ΓΥΝΗ Β´
Στὶς δυὸ θεὲς ὁρκίζομαι, ἀμέσως θὰ γυρίσω·
θὰ πεταχτῶ τρεχάτη,
νὰ τὸ ξαπλώσω μιὰ στιγμὴ ἀπάνω στὸ κρεββάτι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν φεύγεις, οὔτε τὸ μαλλὶ θ᾿ ἁπλώσης τώρα· ἀς᾿ τό!

ΓΥΝΗ Β´
Μὰ θὰ τὸ χάσω τὸ μαλλί!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, δὲν πειράζει· χάσ᾿ τό!

ΓΥΝΗ Γ´ (εἰσερχομένη)
Ἡ δύστυχη! ἡ δύστυχη! καὶ τώρα τί νὰ κάνω,
ποὺ τὸ λινάρι τ᾿ ἄφησα μὲ δίχως νὰ τὸ ξάνω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Νὰ κι᾿ ἄλλη, ποὺ μᾶς κόπιασε τὸ δρόμο της νὰ πάρη,
γιατί ἄφησεν ἀκτύπητο στὸ σπίτι τὸ λινάρι!
Πήγαινε μέσα γρήγορα!

ΓΥΝΗ Γ´
Μὰ θὰ γυρίσω πίσω,
μὰ τὴν Ἑκάτη, στὴ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ τὸ κτυπήσω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἂς λείψουν τὰ κτυπήματα· γιατ᾿ ἔτσι ἂν ἀρχίση,
κι ἄλλη θὰ μᾶς κουβαληθῆ τὸ ἴδιο νὰ ζητήση.

(Εἰσέρχεται ἡ Γυνὴ Δ´ ἔχουσα ἐξωγκωμένην τὴν γαστέρα)

ΓΥΝΗ Δ´
Ὢ σύ, θεὰ Εἰλείθυια![51] κράτει [μὲ κάθε τρόπο,]
γιὰ νὰ προφθάσ᾿ ἡ γέννα μου νὰ γίνη σ᾿ ἄλλον τόπο,
χωρὶς τὴν ἱερότητα ποὺ ἔχει τοῦτος νὰ ῾χει.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τί ψέλνεις σὺ μονάχη;

ΓΥΝΗ Δ´
Κύττα! στὴν ὥρα βρίσκομαι τῆς γέννας ἡ καϋμένη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, μὰ καλά· σὺ ὅμως χθὲς δὲν ἤσουν ῾γγαστρωμένη.

ΓΥΝΗ Δ´
Τί τάχα; εἶμαι σήμερα. Στεῖλε με στὴ στιγμὴ
νὰ πεταχθῶ στὸ σπίτι μου νὰ φέρω τὴ μαμή.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ γιὰ ποιὸ λόγο; τοῦτο δῶ μου φαίνεται πολὺ σκληρό.

ΓΥΝΗ Δ´
Ἄ, εἶν᾿ ἀρσενικὸ μωρό.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Μὰ τὴ θεά! ἐδῶ παιδὶ δὲν φαίνεται γιὰ νὰ ῾χη·
γιὰ τεντζερέδι φαίνεται· στάσου, θὰ ἰδῶ μονάχη,
(Ἐρευνᾶ ὑπὸ τὸν χειτώνα τῆς Γυναικὸς Δ´ καὶ ἐξάγει
χαλκὴν περικεφαλαίαν).
Τὸ κράνος ἔχωσες ἐδῶ, ἀνόητη! τῆς Ἀθηνᾶς,
καὶ λὲς ὅτι κοιλοπονᾶς;

ΓΥΝΗ Δ´
Μὰ τὸ θεό, κοιλοπονῶ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Καλά, κ᾿ ἐδῶ στὴ ζώνη
τὸ κράνος γιατί τὸ ῾βαλες;

ΓΥΝΗ Δ´
Γιατί ἄν μου ῾ρθουν πόνοι
ἀπάνω στὴν Ἀκρόπολι, νὰ κάτσω χέρι-χέρι
νὰ κάνω μέσα τὸ παιδὶ καθὼς τὸ περιστέρι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τί λές! ὡραία πρόφασι! μιὰ εἶνε φανερό!
Γιατί ἐδῶ δὲν κάθεσαι νὰ κάνῃς τὸ μωρό,
καὶ στὴ δεκάτη μέρα του ἀπάνω ἴσα-ἴσα,
μέσα στὸ κράνος τοῦ παιδιοῦ νὰ κάνῃς τὰ βαφτίσα;[52]

ΓΥΝΗ Δ´
Ἄ, ὄχι· στὴν Ἀκρόπολι ἐγὼ δὲν θέλω νά ῾μαι
καὶ [μόνη] νὰ κοιμᾶμαι·
μὲ πῆγε ριπιτίδι
τὴν ὥρα ποὺ ἀντίκρυσα τῆς Ἀθηνᾶς τὸ φίδι.[53]

ΓΥΝΗ Ε´ (εἰσερχομένη)
Ὤχ, ὤχ! ἡ κακορρίζικη! ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια θὰ χαθῶ·
οὔτε στιγμὴ νὰ κοιμηθῶ
οἱ κουκουβάγιες μ᾿ ἄφησαν!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Παῦτε τὰ παραμύθια,
δαιμονισμένες! θέλετε τοὺς ἄνδρες σας στ᾿ ἀλήθεια·
θαρρεῖτε πῶς δὲν θέλουμε νὰ εἴμεθα μαζύ τους;
δὲν ξέρουμε τὸ τί τραβοῦν τὶς νύχτες μοναχοί τους;
Μὰ λίγο κρατηθῆτε
καὶ στενοχωρηθῆτε,
γιατί τὸ εἶπε κι ὁ χρησμός: ἡ νίκ᾿ εἶνε δική μας
ἂν γκρίνιες δὲν ἀνοίξουμε καὶ στάσι μεταξύ μας.
Αὐτὸς λοιπὸν εἶν᾿ ὁ χρησμός...

ΓΥΝΗ Β´
Γιὰ πὲς νὰ τὸν ἀκούσουμε.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἀκοῦστε καὶ σκασμός!
-«Ὅταν οἱ χελιδόνες[54]
θὰ μαζευθοῦν σὲ μιὰ μεριὰ καὶ θὰ καθήσουν μόνες
ἀπὸ τοὺς τσαλαπετεινούς55 μακρὰν κι ἀπὸ ἀρσενικά,
θὰ ἀταματήσουν τὰ κακά.
Κι ὃ Ζεὺς ὅπου βροντᾶ ψηλὰ [μὲ τὸ τρανό του χέρι,]
τὰ πράματα θὰ φέρη,
ποὺ τ᾿ ἀπὸ πάνω θὰ βρεθῇ στὸ κάτω πλακωμένο».

ΓΥΝΗ Α´
Θὰ πέφτουμ᾿ ἀπὸ πάνω τοὺς ἐμεῖς;--[καταλαβαίνω.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
«Οἱ χελιδόνες δὲ αὐτὲς ἂν τσακωθοῦν καμμιὰ φορᾶ
κι ἀπὸ τὸν ἱερὸ ναὸ φύγουν καὶ κάνουνε φτερά,
ὄρνιο ποτὲ δὲν θὰ φανῆ [στὸν κόσμο γεννημένο]
πειὸ πουτανιάρικο ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ πειὸ ξεκωλιασμένο!......»

ΓΥΝΗ Α´
Ἅ, μὰ τὸν Δία! ὁ χρησμὸς τὰ λέει παστρικά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Θεοί! ἂς μὴ δειλιάσουμε ἀπὸ τοῦτα τὰ κακά.
Περάστε μέσα, φίλες μου, [τὰ χέρια μας νὰ σφίξουμε]
καὶ προδοσία στὸ χρησμὸ θὰ ῾ναι κακὸ νὰ δείξουμε.

(Εἰσέρχονται ὅλαι ἐντὸς τῶν πυλῶν καὶ τᾶς κλείουν).

ΣΚΗΝΗ Β´[56]
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (ΓΡΑΙΩΝ)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἄκουσ᾿ ἕνα παραμύθι ἀπὸ τὸ δικό μου στόμα,
πού ῾χα μιὰ φορὰν ἀκούση, πού ῾μουνα παιδὶ ἀκόμα.
Λοιπὸν ἦταν ἕνας νέος, Μελανίων[57] τ᾿ ὄνομά του,
μιὰ φορά, ὅπου τὸ γάμο δὲν τὸν ἥθελ᾿ ἢ καρδιά του,
καὶ τὴν ἐρημιὰ ἐπῆρε καὶ τὰ ὄρη ἐκατοικοῦσε·
εἶχε καὶ σκυλλὶ καὶ δίχτυ καὶ λαγοὺς ἐκυνηγοῦσε.
Λοιπὸν ἔτσι, τὶς γυναῖκες εἶχε τόσο σιχαθῆ,
ποὺ σὲ πόλι καὶ σὲ σπίτι δὲν μποροῦσε νὰ σταθῆ,--
μὰ κοντεύω κι ἀπὸ κεῖνον πειὸ πολὺ νὰ σὲ μισήσω·
μολαταῦτα σὰν νὰ θέλω, βρὲ γρηά, νὰ σὲ φιλήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἄλλ᾿ ἀνάγκη πειὰ δὲν θά ῾χης ἀπὸ κρομμυδιοῦ κομμάτια
νὰ σοῦ κλάψουνε τὰ μάτια.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Καὶ τὸ πόδι θὰ σηκώσω
μὲ κλωτσιὲς νὰ σὲ φορτώσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Βλέπω ποὺ ῾χεις κρεμασμένη
γενειάδα φυτρωμένη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Μὰ κι αὐτὸς ὁ Μυρωνίδης[58] τοὺς ἐχθροὺς ἐφόβιζ᾿ ὅλους
μὲ τοὺς μαύρους του τοὺς κώλους
καὶ μὲ τὴν τραχειά του ὄψι,--ὅπως κάνει κι ὁ Φορμίων.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἀφοῦ εἶπες σὺ ἐκεῖνο, ποὺ ῾καμεν ὁ Μελανίων,
ἔχω καὶ ἐγὼ σκοπὸ
ἕνα μύθο νὰ σοῦ εἰπῶ;
Κάποιος Τίμων[59] εἶχε ζήση, μὲ μορφὴ σκουντουφλιασμένη,
λὲς καὶ ἤτανε μ᾿ ἀγκάθια γύρω-γύρω τῆς φραγμένη,
ὅπως βράχος Ἐρινύων. Ἔ, λοιπόν, αὐτὸς ὁ Τίμων
ἔφυγεν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κακῶν καὶ τῶν ἀτίμων.
Τοὺς ἀχρείους, ὅπως εἶσθε, εἶχε σιχαθῆ κι αὐτός,--
κι ὅμως ἦταν στὶς γυναῖκες τρυφερὸς κι ἀγαπητός.--
Τὴ μασσέλα θὰ σοῦ σπάσω!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Καλὲ σώπα! μὴν τὸ κάνης,--κι ἀπ᾿ τὸ φόβο θὰ τὰ χάσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Νά, τὰ σκέλια θὰ σηκώσω καὶ θὰ σὲ κλωτσήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κτύπα!
νὰ σοῦ ἰδοῦμε καὶ τὴν τρύπα.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τώρα στὰ γεράματά σου δὲν θὰ ἰδῆς αὐτὴν τὴ χάρι,
γιατί τὸ ῾χω μαδημένο σὰν νὰ τὸ ῾καψε λυχνάρι.

ΣΚΗΝΗ Γ´
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, ΓΥΝΗ Α´καὶ ΜΥΡΡΙΝΗ

(ἐπὶ τοῦ τείχους)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, ἔ! γυναῖκες! γρήγορα ἐλᾶτ᾿ ἐδῶ!

ΓΥΝΗ Α´
Τί τρέχει;
ποιὸς εἶν᾿ αὐτὸς ὁ θόρυβος, καὶ ποιὰν αἰτίαν ἔχει;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Νά! βλέπω ἄνδρα ποὺ τραβὰ ἐδῶ στὸ τεῖχος ἴσα·
τὸν ἔχει πιάση, φαίνεται, γιὰ τὶς γυναῖκες λύσσα.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Σύ, τῶν Κυθήρων ἡ θεά, [ἡ ἀφρογεννημένη,]
πού ῾σαι στὴν Πάφο [λατρευτή], στὴν Κύπρο [δοξασμένη],
σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο ποὺ ἄνοιξες, δύναμι τώρα δίνε
νὰ πάρη τὸν ἀνήφορο.

ΓΥΝΗ Α´
Ποιὸς ἔρχεται; ποῦ εἶνε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἐκεῖ στῆς Χλόης[60] τὸ ἱερὸ ἐπρόβαλε τρεχάτος,

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ὤ, μὰ τὸ Δία! νὰ τός!

ΓΥΝΗ Α´
Ποιὸς νὰ ῾νε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τὸν γνωρίζετε καμμιὰ ἀπό σας; γιὰ ἰδῆτε.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Τὸν ξέρω· γιὰ ἀταθῆτε·
αὐτὸς εἶνε ὁ ἄνδρας μου, ὁ Κινησίας.[61]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔλα,
ψῆσε τὸν, στριφογύριστ᾿ τὸν, δεῖξε πὼς ἔχεις τρέλλα
γι᾿ αὐτόν, πὼς δὲν τὸν ἀγαπᾶς κατόπιν, κι ὅ,τι ἄλλο,
ὄξ᾿ ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ δώσαμε τὸν ὅρκο τὸν μεγάλο.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ! μὴ σὲ μέλη κ᾿ ἔννοιά σου· κουνούπι θὰ τοῦ γίνω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κ᾿ ἐγὼ μαζὺ θὰ μείνω
νὰ τοῦ σηκώσω τὰ μυαλὰ καὶ νὰ τὸν ξεροψήσω.
(Πρὸς τὰς λοιπάς)
Πηγαίνετε πειὸ πίσω.

(Ἅπασαι αἱ ἐπὶ τοῦ τείχους γυναῖκες καὶ ἡ Μυρρίνη κρύπτονται).

ΣΚΗΝΗ Δ´
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ἐρχόμενος κάτωθεν τοῦ τείχους):
Πῶ, πῶ, πῶ! ὁ κακομοίρης! τί σπασμὸς ποὺ μ᾿ ἔχει πιάση,
λὲς καὶ στὸν τροχὸ μὲ δέσαν.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ! τίς εἶ! ποὺ ῾χεις περάση
μεσ᾿ στοὺς φύλακας;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἐγώ, εἶμαι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἄνδρας εἶσαι;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἄνδρας, πῶς;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Δὲν θὰ φύγεις;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τ᾿ εἶσαι τάχα σὺ ποὺ μοῦ τὸ λές;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σκοπός.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Φώναξέ μου τὴ Μυρρίνη νὰ βγῆ ἔξω, στὸ θεό σου!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἄκου! θέλει τὴ Μυρρίνη νὰ φωνάξω! σὲ καλό σου!
Καὶ τοῦ λόγου σου ποιὸς εἶσαι, [ὅπου προσταγές μας δίδεις;]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Εἶμ᾿ ὁ ἄνδρας ὁ δικός της, - Κινησίας Πεονίδης.[62]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Σὺ ῾σαι, φίλτατέ μου; Γειά σου!
κάθε μιά μας τ᾿ ὄνομά σου,
ὄχι καὶ μὲ δίχως δόξα ἐδῶ πέρα τὸ γνωρίζει·
ἡ γυναίκα σου στὸ στόμα τὸ ῾χει καὶ τὸ πιπιλίζει,
κ᾿ εἶτ᾿ αὐγὸ καρτεῖ στὸ χέρι
εἴτε μῆλο, τὸ φυλάει πάντοτε νὰ τὸ προσφέρη
στὸν καλό της Κινησία, [ποὺ τὸν ἄφησε στὸ σπίτι.]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἄχ! γιὰ τὸ θεό! [χρυσό μου!]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ὤ, ναί, μὰ τὴν Ἀφροδίτη!
Κι ἂν συμβῆ καμμιὰ κουβέντα γιὰ τοὺς ἄνδρες μας νὰ γίνη,
πάντοτέ μας λέει ἐκείνη:
«[ὂλ᾿ αὐτὰ ποὺ λέτ᾿ ἀλήθεια],
μὰ μπροστὰ στὸν Κινησία εἶνε ὅλοι κολοκύθια!».

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τρέχα, τρέχα φώναξέ τη!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Κάτι τί δὲν θὰ θελήσης
καὶ σ᾿ ἐμένα νὰ χαρίσῃς;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (χειρονομῶν καταλλήλως)63
Ἄκου λέει! Μὰ τὸν Δία, νὰ τὸ θέλης μόνο φθάνει·
τοῦτο μοῦ ῾τυχε νὰ ἔχω, - σοῦ τὸ δίνω [ἂν σοῦ κάνει].

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Στάσου λίγο· κατεβαίνω νὰ σοῦ τὴν φωνάξω τώρα.

(Εἰσέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τρέχα γρήγορα καὶ φέρ᾿ τη· γιατί ἄχ! ἀπὸ τὴν ὥρα
ποὺ μοῦ ἔφυγε ἀπ᾿ τὸ σπίτι [κι ἀπὸ μένα μένει χώρια],
στὴ ζωὴ δὲν βρίσκω χάρι... μπαίνω μέσα, στενοχώρια...
ὅλα ἔχουνε ρημάξη...
ἄνοστο καὶ τὸ φαΐ μου... κι ἀπ᾿ τὴν καύλα ἔχω λυσσάξη!

(Ἐξέρχεται ἡ Μυρρίνη εἰς τὸ τεῖχος)

ΣΚΗΝΗ Ε´
ΜΥΡΡΙΝΗ - ΚΙΝΗΣΙΑΣ

ΜΥΡΡΙΝΗ (ὡσεὶ μονολογοῦσα)
Τὸν ἀγαπῶ, τὸν ἀγαπῶ, κι ὅμως αὐτὸς δὲν θέλει
καθόλου τὴν ἀγάπη μου· λοιπὸν σὰν δὲν τὸν μέλη,
τί μ᾿ ἔφερες ἐδῶ γι᾿ αὐτόν;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Γλυκό μου Μυρρηνάκι!
Γιατί μου κλείσθηκες αὐτοῦ; [ἔλα μ᾿ ἐμὲ λιγάκι].

ΜΥΡΡΙΝΗ
Κάτω ἐγώ;! μὰ τὸν θεό, οὔτε στὸ νοῦ τὸ βάζω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μυρρίνη! πῶς; δὲν ἔρχεσαι σ᾿ ἐμέ, ποῦ σὲ φωνάζω;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἀνάγκες ἀπὸ μένα σὺ δὲν ἔχεις πειὰ πολλές.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δὲν ἔχω ἀνάγκη ἐγὼ γιὰ σέ; [Μὰ τ᾿ εἶν᾿ αὐτὰ ποῦ λές;]
Ἐγὼ ἐκαταστράφηκα χωρὶς ἐσέ.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Θὰ φύγω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Στάσου ἀκόμα λίγο.
(Σπεύδει εἰς τὰ παρασκήνια καὶ ὁδηγεῖ ὑπηρέτην φέροντα παιδίον.)
Ἄκουσε τὸ παιδάκι μας.
(Πρὸς τὸ παιδίον)
Τί στέκεσαι, βρὲ βλάκα;
φώναξε τὴ μαμάκα σου.

ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ
Μαμάκα μου! μαμάκα![64]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Βρὲ σύ! μὰ οὔτε τὸ παιδὶ λυπᾶσαι, σὰν μητέρα,
ποῦ ῾ν᾿ ἄπλυτο καὶ ἀβύζαχτο γιὰ ἕκτη τώρα μέρα;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἐγὼ λυπᾶμαι τὸ παιδί· μὰ ῾κείνος ὅπου μένει
σκληρός, εἶν᾿ ὁ πατέρας του.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μωρὴ δαιμονισμένη!
κατέβα χάριν τοῦ παιδιοῦ!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἡ μάννα δὲν ξεχνάει
τὸ σπλάχνο τῆς· ἂς κατεβῶ· τί τάχα θὰ μοῦ κάνη;

(Εἰσέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μωρέ, αὐτὴ μοῦ φαίνεται πειὸ νηὰ ὅτι τὴ βρῆκα,
καὶ τώρα ἔχει πειὸ πολλὴ μέσ᾿ στὴ ματιά της γλύκα·
κι ὅσο μου κάνει ἀντίστασι, κι ὅσο μου κάνει νάζι,
τόσο τοῦ πόθου τὶς φωτιὲς μέσ᾿ στὴν καρδιά μου βάζει.

ΜΥΡΡΙΝΗ (ἐξέρχεται ἐκ τοῦ παρασκηνίου καὶ σπεύδει πρὸς τὸ παιδίον)
Γλυκὸ παιδί, ἑνὸς μπαμπὰ μὲ διεστραμμένη φύσι!
ἔλα στὴ μητερίτσα σου νὰ σὲ γλυκοφιλήση.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (συλλαμβάνων αὐτήν)
Παληογυναίκα σύ! γιατί σὲ πείσανε οἱ ἄλλες,
καὶ φασαρίες ἄνοιξες στὸν ἄνδρα σου μεγάλες,
ποῦ ἔτσι βλάπτεσαι καὶ σύ, κ᾿ ἐκεῖνος ὑποφέρει;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Παρακαλῶ! μὴ ἀκουμπᾶς ἐπάνω μου τὸ χέρι!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Κι ἄφησες τόσα πράγματα ἔρμα στὸ σπίτι χάμου
δικά σου καὶ δικά μου;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Μπά, δὲ μὲ μέλει τέσσερα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Βρὲ μίλα λογικά·
καὶ τὰ κοκκόρια ποῦ τρυποῦν τὰ [δόλια] πανικά;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἂς τὰ τρυποῦν.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τόσον καιρὸ ποὺ λείπεις ἀπ᾿ τὸ σπίτι,
θυσία πειὰ δὲν ἔκαμες καμμιὰ στὴν Ἀφροδίτη.
Λοιπὸν δὲν θὰ ρθῆς σπίτι σου;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ, τοῦτο δὲν θὰ γίνη,
ἐὰν δὲν παύση ὁ πόλεμος κι ἂν δὲν κλεισθῆ εἰρήνη.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἡσύχασε παρακαλῶ·
κι αὐτὸ θὰ γίνη γρήγορα, ἄν μας φανῆ καλό.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἔ, ὅταν σας φανῆ καλό, θὰ ρθῶ κι ἐγὼ καντά σου·
μὰ ὅρκο τώρα ἔκανα [καὶ κάτω τὰ ξερά σου!]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Καλά· μὰ ἔλα μιὰ στιγμὴ νὰ πέσουμ᾿ ἐδῶ πάνω.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Δὲν λέγω πὼς δὲν σ᾿ ἀγαπῶ,--μὰ ὄχι δὲν τὸ κάνω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἄχ, μ᾿ ἀγαπᾶς; λοιπὸν γιατί δὲν πέφτεις, Μυρρινάκι,
μαζὺ μ᾿ ἐμὲ λιγάκι;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Γελοῖε! τέτοια πράγματα, καὶ στὸ παιδὶ μπροστά;!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μὰ τὸ θεό! πολὺ σωστά!
(Πρὸς τὸν ὑπηρέτην)
- Μωρὲ Μανή![65] παρ᾿ τὸ παιδὶ καὶ πήγαινε στὴ χώρα
(Ὁ ὑπηρέτης ἀπέρχεται)
- Νά, ἔφυγε καὶ τὸ παιδί, ἔ, δὲν θὰ πέσης τώρα;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Δύστυχε! ποῦ θὰ κάνουμε λοιπὸν τέτοια δουλειά;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Θὰ ῾νε καλὰ μὲς στοῦ Πανὸς νὰ πᾶμε τὴ σπηλιά.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Καὶ ἄπ´αὐτὸ τ᾿ ἁμάρτημα ποιὸς θὰ μὲ καθαρίση;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Καὶ στῆς Κλεψύδρας[66] μιὰ στιγμὴ δὲν πλύνεσαι τὴ βρύση;

ΜΥΡΡΙΝΗ
Βρὲ δυστυχῆ! ὠρκίσθηκα καὶ θὰ γενῆς αἰτία
νὰ γίνω καὶ ἐπίορκος.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Σ᾿ ἐμὲ κ᾿ ἡ ἁμαρτία.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Στάσου τουλάχιστον νὰ βρῶ κανένα κρεββατάκι.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μπά! δὲν βαρυέσαι; πέφτουμε καὶ χάμου γιὰ λιγάκι.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Τί λές; Μὰ τὸν Ἀπόλλωνα, σὰν τὸ δικό σου σῶμα
ποτὲ δὲν θὰ παραδεχθῶ νὰ κυλισθῆ στὸ χῶμα.

(Ἀπέρχεται)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Τούτ᾿ ἢ γυναίκα ἡ καψερὴ
μοῦ ἔχει ἀγάπη φοβερή.

ΜΥΡΡΙΝΗ (κατερχομένη μὲ δυὸ δίποδα ἡνωμένα διὰ πανίου)
Νά, πέσε καὶ ξαπλώσου,
καὶ τώρα θὰ γδυθῶ κ᾿ ἐγὼ [καὶ θὰ ρθῶ στὸ πλευρό σου].
(Προσποιεῖται ὅτι ἐκδύεται καὶ αἴφνης ἀνακόπτεται)
Μπά! εἶδες ποῦ ἐξέχασα νὰ φέρω τὰ ψαθί;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἀφ᾿ τὸ κι ἂς λείψη τὸ ψαθί· ἂς πάη νὰ χαθῆ!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ, ὄχι μὰ τὴν Ἄρτεμι· αὐτὸ δὲν θὰ τὸ κάνω
μεσ᾿ στὸ πανὶ ἀπάνω.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἔλα νὰ σὲ φιλήσω!
(Η ΜΥΡΡΙΝΗ πλησιάζει καὶ τὴν φιλεῖ)
Μπῶ, μπῶ! τρομάρες!..... γρήγορα νὰ μοῦ γυρίσης πίσω!

Η ΜΥΡΡΙΝΗ ἀπέρχεται καὶ ἐπανέρχεται ἀμέσως κομίζουσα ψάθαν
Νὰ ψάθα· πέσε, νὰ γδυθῶ.
(Προσποιεῖται ὅτι ἐκδύεται καὶ ἀνακόπτεται)
Ὢ ἡ ὀργὴ νὰ πάρη!
δὲν ἔχεις μαξιλάρι!

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Δὲν ἔχω ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτό.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ! ἔχω καὶ πολλή.
(Φεύγει)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἄχ! τούτη ἡ ψωλὴ
τὸν Ἡρακλῆ,[67] ὡς φαίνεται, θὰ ἔχη μουσαφίρη,
[ποὺ τελευταῖος ἔφθανε στὸ κάθε πανηγύρι.]

ΜΥΡΡΙΝΗ ἐπανέρχεται φέρουσα προσκεφάλαιον
Σήκω ἀπάνω! πήδησε!
(Τοποθετεῖ τὸ προσκεφάλαιον)
Ἔ, ὅλα τά ῾χεις τώρα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ὅλα, χρυσό μου! ἔλα πειά, [μὴ χάνουμε τὴν ὥρα.]

ΜΥΡΡΙΝΗ
Νὰ ξεκουμπώσω μία στιγμὴ τὴν πόρπη· μὴ ξεχάσης
καὶ γιὰ τὴ συμφιλίωσι, ποὺ εἶπες, μὲ γελάσης.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἂν τὸ ξεχάσω, νὰ χαθῶ!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Κουβέρτα ποῦ δὲν ἔχεις;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Οὔφ! τώρα ποὺ νὰ τρέχης
[καὶ πάλι σούρτα φέρτα
νὰ πᾶς νὰ βρῆς κουβέρτα;]
Κουβέρτες δὲν χρειάζομαι,-- μὰ θέλω νὰ γαμήσω.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Κι αὐτὸ θὰ γίνη· μιὰ στιγμὴ καὶ πάλι θὰ γυρίσω.

(Φεύγει)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μωρὲ αὐτὸ τὸ θηλυκὸ
μοῦ φτιάνει μὲ τὰ στρώματα περσσότερο κακό!

ΜΥΡΡΙΝΗ (φέρουσα σκέπασμα)
Ἔ, σήκω τώρα μιὰ στιγμὴ [ν᾿ ἀναπαυθῆς καλύτερα]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ68
Δὲν βλέπεις ποὺ σηκώθηκε ἐτοῦτο μου προτήτερα!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Θέλεις καὶ λίγες μυρουδιὲς [νὰ σοῦ ῾ρθουνε στὴ μύτη;]

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ὄχι, μὰ τὸν Ἀπόλλωνα!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἅ, μὰ τὴν Ἀφροδίτη,
[θὰ μοῦ μοσχομυρίσης]
θελήσης, δὲν θελήσης.

(Ἐξάγει φιαλίδιον)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Ἀφέντη Δία! δῶσε μιὰ καὶ χύσε τὸ εὐθύς!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Ἂπλωσ᾿ τὸ χέρι σου λοιπὸν καὶ πάρε ν᾿ ἀλειφθῆς.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ἀλειφόμενος διὰ τοῦ μύρου)
Μὰ τὸν Ἀπόλλωνα! κι αὐτὸ
ὅταν μας τρώει τὸν καιρό, εἶν᾿ ἄνοστο καὶ περιττό,
κι ὅταν δὲν ἔρχεται μαζὺ [μὲ τὴ δική του εὐωδιά,]
τοῦ γαμησιοῦ ἡ μυρουδιά!

ΜΥΡΡΙΝΗ
Πῶ, πῶ! ἡ κακομοίρα!
τί ἔπαθα! σοῦ ἔφερα, καλέ της Ρόδου μύρα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Εἶνε κι᾿ αὐτὸ καλὸ πολύ·
ἄφησε τ᾿ ἄλλα, βρὲ τρελλή.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Γιὰ πές μου! ἀστειεύεσαι;

(Φεύγει ταχέως)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Κακὴ καὶ μαύρη μοίρα,
σ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ κατέβηκε νὰ πρωτοφτιάση μύρα!

ΜΥΡΡΙΝΗ (ἐπανερχομένη μὲ φιαλίδιον)
Πάρε τὸ μπουκαλάκι αὐτό.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ
Μὰ ἔχω μία μπουκάλα![69]
ἔλα μου δῶ νὰ ξαπλωθῆς καὶ μή μου φέρνης ἄλλα.

ΜΥΡΡΙΝΗ
Βέβαια, μὰ τὴν Ἄτεμι· αὐτὸ κ᾿ ἐγὼ θὰ κάνω·
νά, τὰ παπούτσια βγάνω.
Ἀλλ᾿ ὅμως, φιλαράκο μου, τὸ εἶπες καὶ θὰ γίνη·
θὰ δώσης ψῆφο γρήγορα καὶ σὺ γιὰ τὴν εἰρήνη.

(Φεύγει ταχέως)

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (πίπτων ἐπὶ τῆς κλίνης)
Καλὰ αὐτὸ θὰ τὸ σκεφθῶ.
(Βλέπων τὴν Μυρρίνην φεύγουσαν)
Τρανή μου συμφορά!
πάει ἡ γυναίκα! κι ὂλ᾿ αὐτά μου τ᾿ ἄφησε ξερά!
Πῶ, πῶ κακὸ ποὺ τὸ ῾παθα! ποιὰν θὰ γαμήσω τώρα,
ποὺ ἡ πειὸ καλὴ μ᾿ ἐγέλασε ἀπ᾿ ὅσες ἔχ᾿ ἡ χώρα;
Μιὰ παραμάννα πῶς θὰ βρῶ τώρα γι᾿ αὐτή,70[καὶ ποῦ;...]
Ποῦ εἶσαι, μωρὴ σκυλλαλεπού!.....[71]
στείλ᾿ τῆς τουλάχιστον κοντὰ
μιὰ παραμάνα καὶ νταντά!......

(Εἰσέρχονται ἑκατέρωθεν οἱ Χοροί)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Σὲ βασανίζει, δυστυχή!
κακὸ μεγάλο στὴν ψυχή,
ὅπου κ᾿ ἐμὲ ταράττει,
γιὰ τούτη τὴν ἀπάτη.
Ποιὰ νεφρὰ μποροῦν ν᾿ ἀνθέξουν, [στὸ σκληρὸ αὐτὸ παιγνίδι;]
καὶ ποιὰ μέση [θὰ κρατήση], ποιὰ ψυχὴ καὶ ποιὸ ἀρχίδι;
ποιὸ θ᾿ ἀνθέξει κωλονούρι, ποὺ μὲ δύναμι τεντώνει,
τὸ πρωὶ νὰ μὴ πλακώνη;

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ἐπὶ τῆς κλίνης)
Ζεῦ πατέρα! δὲν ἀντέχω!
τί τινάγματα ποὺ ἔχω!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Νά, τί σου ῾φτιασεν ἀκόμα
ἡ ἀχρεία καὶ ἡ βρῶμα!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ναί, μὰ εἶνε φιλαινάδα ὅλο χάρι κι ὅλο γλύκα.

ΚΙΝΗΣΙΑΣ (ἐγειρόμενος τῆς κλίνης)
Βρὲ ποιὰ γλύκα! σιχαμένη καὶ σαχλὴ πάντα τὴ βρῆκα!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὢ Ζεῦ! ἀνεμοστρόβιλο γερὸ
κ᾿ ἕνα τυφώνα στεῖλε καυτερό,
κι ἀνέβασ᾿ τὲς μὲ δύναμι τρανὴ
ψηλά, σὰν τοῦ ἀχύρου τὸ κλωνί,
καὶ στριφογύρισε τὲς μὲ ὀργή,
καὶ δωσ᾿ τοὺς μιὰ νὰ πέσουνε στὴ γῆ,
καὶ νὰ ῾ρθουν μὲ δύναμη πολλὴ
νὰ καρφωθοῦν ἐπάνω στὴν ψωλή!

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ Ε´
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - ΚΗΡΥΞ - ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ

ΚΗΡΥΞ
Σὲ ποιὰ μεριὰ τῶν Ἀθηνῶν θὰ βρῶ τὴ γερουσία
καὶ ποῦ τὰ πρυτανεῖα;
Θέλω ἕνα νέο νὰ τοὺς πῶ.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καὶ σὺ τί εἶσαι τάχα;
ἄνθρωπος ἢ δαιμόνιο τῆς σκόνης εἶσαι;

ΚΗΡΥΞ
Χάχα!
Ποῦ ῾χεις λαχάνου κεφαλή, - κήρυκας ἔχω γίνη,
κι ἀπὸ τὴ Σπάρτη ἔφθασα ἐδῶ γιὰ τὴν εἰρήνη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
[Καλὸ καὶ τοῦτο πάλι,]
μὰ βλέπω δόρυ νὰ κρατῆς κατ᾿ ἀπὸ τὴ μασχάλη.[72]

ΚΗΡΥΞ
Μὰ τὸ θεό, καθόλου... μπά!.....

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Κι ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τὴν ἄλλη
γιατί γυρίζεις πάλι;
Καὶ κάτ᾿ ἀπ᾿ τὴ χλαμύδα σου τ᾿ εἶν᾿ κεῖνο ποῦ φουσκώνει;
ἀπὸ τὸ δρόμο τὸν πολὺ μὴν ἔβγαλες βουβώνι;

ΚΗΡΥΞ
Σὺ θὰ ῾σαι, μὰ τὸν Κάστορα, γεροξεκουτιασμένος.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Βρὲ σιχαμένε ἄνθρωπε! φτού! εἶσαι καυλωμένος!

ΚΗΡΥΞ
Ὄχι μὰ τὸ θεό! αὐτὸ
μήτε νὰ πῆς γιὰ χωρατό.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τότε λοιπόν, τί εἶν᾿ αὐτό, ποῦ βλέπω σὰν τὸ στύλο;

ΚΗΡΥΞ
[Ποιό; τοῦτο; εἶνε ξύλο]--
σκυτάλη σπαρτιατική.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ (χειρονομῶν καταλλήλως)
Ὅσο σκυτάλη εἶν᾿ αὐτό, τόσο καὶ τούτη ποὺ ῾ν᾿ ἐκεῖ!
Μὰ πές μου τὴν ἀλήθεια σύ, ὡσὰν γνωστή μου νὰ ῾νε:
Ἐκεῖ στὴ Λακεδαίμονα τὰ πράγματα πῶς πᾶνε;

ΚΗΡΥΞ
Ὅλα ὀρθὰ στὴν πόλι
κ᾿ οἱ σύμμαχοί μας ὅλοι
καυλώσανε κ᾿ ἐκεῖνοι·
γυρεύουν τὴν Πελλήνη![73]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Πῶς ἔτυχε ἡ συμφορὰ νὰ πέσῃ σ᾿ ὅλους γενικῶς;
Μὴν τύχη κ᾿ εἶνε πανικός;

ΚΗΡΥΞ
Καθόλου, πά! δὲν εἶν᾿ αὐτό·
Νομίζω πὼς ἡ Λαμπιτῶ
ἄρχισε πρώτη, κ᾿ ὕστερα ὅλες τὸ ἴδιο πράξανε,
καὶ ὅλες ἀπ᾿ τὰ σκέλια τοὺς τοὺς ἄνδρας ἐπετάξανε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Καὶ πῶς περνᾶτε σεῖς λοιπόν;

ΚΗΡΥΞ
Ὤχ! ὑποφέρουμ᾿ ὅλοι.
Μερόνυχτα στὴν πόλι
γυρίζουμε σκυφτοί-σκυφτοί,
λὲς καὶ φανάρι ὁ καθεὶς στὰ χέρια τοῦ κρατεῖ.
Γιατ᾿ οἱ γυναῖκες [θύμωσαν, καὶ νάζα κάνουν χίλια·]
δὲν θέλουν καὶ ν᾿ ἀγγίξουμε τῆς τρύπας τοὺς τὰ χείληα,
ἂν στὴν Ἑλλάδα ὅλοι μας καὶ μὲ τὴν ἴδια γνώμη,
εἰρήνη καὶ φιλίωσι δὲν κάμωμεν ἀκόμη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ
Τώρα καταλαβαίνω,
πῶς οἱ γυναῖκες τὸ ῾χουνε παντοῦ συμφωνημένο.
Τρέξε λοιπόν, [μὴ κάθεσαι· καὶ ἡ δουλειὰ ἡ πρώτη σου]
στὸν κάθε πατριώτη σου
πρέσβεις νὰ πῆς νὰ στείλη
γιὰ τὴν εἰρήνη γρήγορα, [νὰ γίνουμ᾿ ὅλοι φίλοι.]
Κ᾿ ἐγὼ θὰ πῶ στοὺς Βουλευτὰς ἂν φύγουν πρέσβεις ἄλλοι,
καὶ θὰ τοὺς πείσω, δείχνοντας τῆς πούτσας μου τὸ χάλι!

ΚΗΡΥΞ
Ὡραῖο σχέδιο κι αὐτό!
φτεροῦγες κάνω καὶ πετῶ1

(Ἀπέρχονται)

ΣΚΗΝΗ ΣΤ´
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Νά ῾νε χειρότερο θεριὸ ἀπ᾿ τὴ γυναίκα, δὲν μπορεῖ·
οὔτε τὴ φθάν᾿ ἡ πάρδαλις, οὔτ᾿ ἡ φωτιὰ ἡ φοβερή!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἀφοῦ μας ξέρεις σὺ ἐμᾶς
γιατί μαζύ μας πολεμᾶς,
ποὺ θὰ ῾σουν πάντα φίλος μου καλὸς κι ἀγαπημένος;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἃ δὲν θὰ παύσω νὰ μισῶ τῶν γυναικῶν τὸ γένος.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Νὰ κάμης ὅπως ἀγαπᾶς· μὰ ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω
νὰ σὲ παραμελήσω·
γιατὶ ἂν ἀποφάσισες στοὺς δρόμους νὰ φανῆς,
--πού ῾σαι γιὰ νὰ γελάῃ κανείς,--
θὰ ρθῶ νὰ ρίξω ἀπάνω σου τὸ ροῦχο τὸ δικό μου.

(Ρίπτουν ἐπὶ τῶν γερόντων τὰ μικρὰ ἐπανωφόριά των)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Δὲν εἶν᾿ κακό· εἶχα γδυθῆ ἀπ᾿ τὸν πολὺ θυμό μου.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Καὶ πρῶτον ἔτσι φαίνεσαι σὰν ἄνδρας στὴν ἐντέλεια·
δεύτερον, σὰν ἑντύθηκες, δὲν εἶσαι πειὰ γιὰ γέλια,
καὶ ἂν ἴσως σὺ δὲν μ᾿ ἔκανες νὰ σκάσω ἀπὸ γινάτι,
ἕνα κουνούπι θά ῾βγαζα ποὺ σοῦ ῾χει μπεῖ στὸ μάτι.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Γιὰ τοῦτο τώρα μ᾿ ἔτριβε τὸ μάτι τόσην ὥρα.
Πάρε τὸ δακτυλίδι μου καὶ σκάλισέ τοὸ τώρα
καὶ τὸ κουνούπι βγάλε μου [εἰς τὴν ὀργὴ νὰ πάῃ],
γιατὶ ἔχει ὥρα κάμποση ποὺ μὲ κατατσιμπάει.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἔ, θὰ τὸ κατορθώσω,
μ᾿ ὅλο ποὺ εἶσαι ἄνθρωπος διεστραμμένος τόσο.
(Ἡ κορυφαία του Χοροῦ τῶν Γυναικῶν λαμβάνει τὸ δακτύλιον
τοῦ Κορυφαίου του Χοροῦ τῶν Γερόντων καὶ καθαρίζει
διὰ τοῦ δακτύλου-λίθου τὸν ὀφθαλμὸν αὐτοῦ)
Ὦ Ζεῦ! κουνούπι τρομερὸ σοῦ ῾χει χωθῆ στὸ μάτι·
δὲν εἶν᾿ ἀπ᾿ τὴν Τρικόρυθο;[74]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἡσύχασα κομμάτι.
Πηγάδι μέσα μ᾿ ἄνοιγε--καλὸ ποὺ μοῦ ῾χεις κάμη!--
καὶ τώρα ἰδὲ τὰ δάκρυα ποὺ τρέχουν σὰν ποτάμι.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἐγὼ θὰ τὸ σκουπίσω
καί, μ᾿ ὅλο πού ῾σαι καὶ κακός, θὰ ῾ρθῶ νὰ σὲ φιλήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ὄχι νὰ μὲ φιλήσης!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μωρὲ θὰ σὲ φιλήσω ἐγώ, θελήσης, δὲν θελήσης!

(Αἱ Γυναῖκες ὁρμοῦν καὶ φιλοῦν τοὺς Γέροντας διὰ τῆς βίας)

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἔ, νὰ σᾶς πάρη ἡ εὐκή!
γιὰ νὰ χαϊδεύετε καλά, τό ῾χετε τέχνη φυσική!
καὶ δὲν εἰπώθηκε κακὰ
αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε τακτικά:
«οὔτε νὰ ζῆ κανεὶς μπορεῖ μὲ τὴν πανούκλ᾿ αὐτὴ μαζύ,
οὔτε χωρὶς αὐτὴ νὰ ζῆ»!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Μὰ τώρα πειὰ ποὺ κάναμε συνθήκη καὶ εἰρήνη,
ἀπὸ τὸν ἕνα μας κακὸ στὸν ἄλλο δὲν θὰ γίνη.
Καὶ τώρα ἂς ἀρχίσουμε
μαζὺ νὰ τραγουδίσουμε.
(Ἀντιστροφή)
Κακὸ δὲν εἶχα ἐγὼ σκοπὸ
γιὰ τοὺς πολίτας μας νὰ εἰπῶ·
τὸ ἐναντίο μάλιστα [καὶ κάτι παραπάνω]
μόνο καλὸ ἐγὼ θὰ εἰπῶ κι ὅλο καλὸ θὰ κάνω,
γιατί ἀρκετὰ εἶνε τὰ κακὰ
κι ὅλα τ᾿ ἀποτελέσματα ποὺ φέρνουν τακτικά.
Καὶ ἂν θελήση χρήματα κανεὶς καμμιὰ φορᾶ,
γυναίκα ἢ ἄνδρας, μιά-δυὸ μναίς, ἂς τὸ δηλώση καθαρά,
γιατί ἔχουμε περσσότερα στὶς τσέπες· κι ὅταν γίνη
μὲ τὸ καλὸ εἰρήνη,
ἐκεῖνος, ὅπου σήμερα ἐγὼ θὰ τοῦ δανείσω,
ἂς μὴ τὸ δώση πίσω.
Ἒχουμ᾿ ἀπὸ τὴν Κάρυστο κάτι ἀνθρώπους ξένους
πολὺ καλοὺς καὶ παστρικούς[75] στὸ σπίτι μας φερμένους,
τραπέζι σὰν τοὺς κάνουμε· ἒχ᾿ ὄσπρια φτιασμένα
καὶ γουρουνάκι[76] ἕνα,
καὶ κρεατάκι ἁπαλὸ
θὰ φᾶνε, καὶ πολὺ καλό.
Λοιπὸν νὰ ρθῆτε σπίτι μου, [τραπέζι σας προσμένει]·
μὰ πρέπει νὰ ῾ρθετε πρωὶ καὶ νὰ ῾σθε καὶ λουσμένοι
καὶ σεῖς, καὶ τὰ παιδάκια σας νὰ ῾νε καλολουσμένα·
μὰ δίχως καὶ κανένα
στὴν πόρτα νὰ ρωτήσης,
σὰν νὰ ῾σαι μέσ᾿ στὸ σπίτι σου, γραμμὴ νὰ προχωρήσης,
[κι ἂν τὸ τραπέζι δὲν τὸ βρῆς, ὅπως θαρρεῖς, στρωμένο,]
θὰ βρῆς τὸ μύλο σφαλιστὸ καὶ τὸ νερὸ κομμένο![77]

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
ΣΚΗΝΗ Α´
{Η σκηνὴ ἡ αὐτὴ ὡς εἰς τὴν Β´καὶ Γ´πράξιν}.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ, ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ καὶ μετ᾿ ὀλίγον Α´
ΑΘΗΝΑΙΟΣ καὶ ΧΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Πρέσβεις ἔρχονται ἀπ᾿ τὴ Σπάρτη, ποὺ μεγάλα γένεια σέρνουν,
καὶ μπροστὰ παλούκια φέρνουν
στὰ μεριὰ τοὺς τεντωμένα,
σὰν αὐτὰ ὅπου κρατοῦνε τὰ γουρούνια μας δεμένα.
(Εἰσέρχεται ἀριστερόθεν χορὸς Λακεδαιμονίων)
- Ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι! πρῶτα σας χαιρετοῦμε,
καὶ δεύτερα, τί πάθατε ποῦ ἔρχεσθε; ρωτοῦμε.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Τί χρεία νὰ τὸ μάθετε μὲ λόγια μας πολλά;
Τί μας συμβαίνει κ᾿ ἤρθαμε, τὸ βλέπετε καλά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Πάθατε μιὰ συφορὰ
νευρωμένη τρομερά,
κι ἀπὸ τοῦ Ἑρμῆ ἐκείνη
πειὸ τρανή σας ἔχει γίνη.[78]

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Δὲν λέγονται, μὴν τὰ ρωτᾶς.
Τί κι ἂν τὰ λέμε; δὲν κυττᾶς;
Κάντε γρήγορα εἰρήνη,
κι ὅπως θέλετε νὰ γίνη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Δὲν κυττᾶς καὶ τοὺς δικούς μας [μὲ τὰ χάλια τὰ δικά τους,]
ὅπου τὰ φορέματά τους
σὰν τοὺς παλαιστᾶς σηκώνουν ἀπὸ πάνω ἀπ᾿ τὴν κοιλιά;
εἶνε φαίνετ᾿ ἡ ἀρρώστια τῆς γυμναστικῆς δουλειά!

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ (εἰσερχόμενος)[79]
Ποιὸς θὰ μοῦ πῆ ποῦ βρίσκεται ἐκείν᾿ ἡ Λυσιστράτη;
Εἴμαστε ἄνδρες πειὰ ἐμεῖς, [ἢ σάτυροι βαρβάτοι;]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Κι ἀρρώστια τούτη πάλι
εἶνε ὅμοια μὲ τὴν ἄλλη·
τὸ πρωί, ποὺ ξημερώνει,
σᾶς τινάζει; σᾶς τεντώνει;

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Μὰ τὸ Δία! μᾶς συμβαίνει,
κ᾿ εἴμαστε κατεστραμμένοι.
Κι ἂν κανεὶς δὲν κατορθώση
γιὰ νὰ μᾶς συμφιλιώση,
πές μου, ποιὸς δὲν θὰ τολμήση
τὸν Κλεισθένη[80] νὰ γαμήση;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Φρόνιμοι ἂν εἶσθε ἄνδρες, πιάστε τὰ φορέματά σας,
[ρίχτε τὰ καλὰ μπροστά σας],
μήπως σας ἰδῆ κανένας [Ἀθηναῖος κουνενές]
ἀπὸ κείνους, ὅπου κόβουν τῶν Ἑρμῶν[81] τὶς μπροστινές!

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ (διευθετῶν τὰ ἱμάτιά του)
Ὤ, μὰ τὸν Δία, βέβαια· μιλεῖς μὲ τὰ σωστά σου.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ (ὡσαύτως)
Μὰ τοὺς θεούς, σωστά· κ᾿ ἐγὼ τὰ κατεβάζω, - στάσου·
[καλὰ καὶ ποὺ τὸ μάθαμε.]

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Χαίρετε, ἄνδρες Λάκωνες! πολὺ κακὰ τὴν πάθαμε!

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ (ὃ Κορυφαῖος πρὸς ἕνα ἐκ τῶν λοιπῶν)
Τί συφορά, πολύχαρε, καὶ ἄν μας εἶδαν ἔτσι
καταγδαρμένο νὰ ῾χουμε [αὐτὸ τὸ σκυλοπέτσι.]

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Λοιπὸν ἐλᾶτε, Λάκωνες, νὰ μᾶς εἰπῆτε τώρα
γιατ᾿ ἤλθατε στὴ χώρα;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Πρέσβεις γιὰ τὴν εἰρήνη.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Λαμπρά· καθ᾿ ἕνας κι ἀπό μας πολὺ σωστὰ τὴν κρίνει.
Γιατί νὰ μὴ φωνάξουμε λοιπὸν τὴ Λυσιστράτη,
ὀποὺ αὐτὴ στὸ ζήτημα μπορεῖ νὰ κάνη κάτι;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Μὰ τοὺς θεούς, καλέστε τή.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Δὲν φαίνεται γιὰ νά ῾χῃ
ἀνάγκη ἀπὸ προσκάλεσμα· νὰ ποὺ ῾ρχεται μονάχη.

(Η ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ κατέρχεται ἐκ τῆς Ἀκροπόλεως εἰς τὴν σκηνήν)

ΣΚΗΝΗ Β´
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ καὶ οἱ ΑΝΩΤΕΡΩ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
Ἀπ᾿ τὶς γυναῖκες [τούτου τοῦ καιροῦ,]
γειά σου, ἐσύ, ἡ πειὸ παλληκαρού!
γίνου σεμνή, ἀχρεία, τρομερή,
παμπόνηρη, καλὴ καὶ τρυφερή,
γιατί, κ᾿ οἱ πρῶτοι Ἕλληνες μπροστά σου
ἔγειναν δοῦλοι ἀπ᾿ τὰ θέλγητρά σου,
καὶ ἔρχονται σὲ σένα μὲ χαρά τους
νὰ λύσης κάθε μιὰ διαφορά τους.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Εἰν᾿ εὔκολον, ἀφοῦ φωτιὲς ἀνάφτουν στὸ κορμί τους
ποὺ νὰ τὶς σβύσουν δὲν μποροῦν στὸ ἀναμεταξύ τους!
Γρήγορα θὰ διορθωθῆ [καὶ μὲ καλὸ θὰ βγῆ].
Ποῦ εἶν᾿ ἡ Συνδιαλλαγή;[82]
(Προσέρχεται μία ἐκ τῶν γυναικῶν)
Φέρε μου σὺ τοὺς Λάκωνας μὲ χέρι τρυφερό,
κι ὄχι μὲ τὴν αὐθάδεια,--ὀποὺ δὲν χάνουνε καιρὸ
οἱ ἄνδρες μας νὰ δείξουνε,--[καὶ οὔτε μὲ κακία,]
μὰ ὅπως πρέπει, φιλικά, σὲ φύσι γυναικεία.
Μὰ κι ἂν κανέναν ἀπ᾿ αὐτοὺς τὸν βρῆς ἀσυγκατάβατον,
ἀπ᾿ τὴν ψωλὴ τοῦ τράβα τὸν!
(Πρὸς ἑτέραν γυναίκα)
-Φέρε τοὺς Ἀθηναίους σύ, κι ἂν σ᾿ ἀρνηθοῦν τὸ χέρι τους,
πιάσ᾿ τους καὶ σὺ καὶ τράβα τους ἀπὸ τὰ ἴδια μέρη τους
(Ἡ πρώτη γυνὴ ὁδηγεῖ τὸν Κορυφαῖον του χοροῦ τῶν Λακεδαιμονίων.
Ἡ δὲ δευτέρα τὸν Κορυφαῖον του χοροῦ τῶν Ἀθηναίων, οὖς
ἀκολουθοῦσιν οἱ λοιποί)
-Ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι! σταθήτ᾿ ἐδῶ κοντά μου·
--κ᾿ οἳ ἄλλοι σεῖς, ἀκούσατε τὰ λόγια τὰ δικά μου.
Γυναίκα εἶμαι, βλέπετε, μὰ ῾χω γερὸ μυαλό,
κ᾿ ἢ κάθε μιὰ ἰδέα μου ἐβγῆκε σὲ καλό,
γιατί δὲν μ᾿ ἀναπτύξανε ὡς σήμερα κακὰ
τὰ λόγια τὰ γεροντικά,
καὶ γνώσεις μου ῾δωκαν πολλές--
οἱ πατρικὲς οἱ συμβουλές.
Σὰν ἔτυχε στὰ χέρια μου νὰ εἶσθε μιὰ φορᾶ,
θὰ σᾶς μιλήσω φανερὰ
καὶ μὲ χωρὶς χατήρια:
Τοὺς ἴδιους ἔχουμε βωμούς, τὰ ἴδια ραντιστήρια,
καὶ ὂλ᾿ οἱ ἄνθρωποι μαζύ μας εἴδανε σὰν ἀδελφοὺς
στὴν Ὀλυμπία πάντοτε, στὶς Θερμοπύλες,[83] στοὺς Δελφοὺς
καὶ σ᾿ ἄλλα τόσα μέρη
--νὰ μή σας τὰ πολυλογῶ,--ποὺ ὁ καθένας ξέρει.
Κ᾿ ἐνῶ βαρβαρικὸς στρατὸς συγκεντωμένος τώρα,
[ποὺ σύμμαχο τὸν ἔχετε,] βρίσκεται μέσ᾿ στὴ χώρα,
σεῖς πᾶτε ἐναντίον σας τὰ ὅπλα σας νὰ στρέφετε,
καὶ πόλεις καταστρέφετε!
Ἒ τὸ μισὸ τοῦ λόγου μου ἐτέλειωσ᾿ ἐδῶ πέρα.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Κ᾿ ἐγὼ ἐξεψωλιάστηκα, κακὴ ψυχρή μου μέρα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Τώρα σ᾿ ἐσᾶς, ὦ Λάκωνες, τὸ λόγο μου θὰ φέρω:
[ὅπως κ᾿ἐγὼ τὸ ξέρω]
καὶ σεῖς τὸ ξέρετ᾿ ὅλοι,
ὁ Περικλείδας[84] μιὰ φορᾶ ὁ Λάκωνας, στὴν πόλι
τῶν Ἀθηνῶν πὼς ἔφθασεν ὠχρὸς καὶ ἱκετεύοντας,
καὶ στοὺς βωμοὺς ἐκάθησε στρατεύματα γυρεύοντας.
Εἴχατε τότε πόλεμον ἐσεῖς μὲ τὴ Μεσσήνη,
μὰ καὶ σεισμοὶ εἶχαν γίνη.
Πῆρε χιλιάδες τέσσαρες ὁ Κίμωνας ὁπλίτες
καὶ ἦλθε καὶ σᾶς ἔσωσε καὶ πόλι καὶ πολίτες.
Ἀφοῦ λοιπὸν τέτοιο καλό σας κάναμε, πὼς τώρα
σεῖς φέρνετε καταστροφὲς μέσ᾿ στὴ δική μας χώρα;

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Μὰ τὸ Θεό! μᾶς ἀδικοῦν αὐτοί, ὦ Λυσιστράτη!

ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
Σᾶς ἀδικοῦμε; μὰ καὶ σεῖς ἐβάλατε στὸ μάτι
ἕναν ὡραῖο κῶλο[85]
[καὶ θαυμαστό, καὶ κάνατε γι᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμ᾿ ὅλο.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (πρὸς τοὺς Ἀθηναίους)
Μὰ καὶ σᾶς τοὺς Ἀθηναίους, τί θαρρεῖτε; θὰ θελήσω
δίχως ἔλεγχο ν᾿ ἀφήσω;
Δὲν τὸ ξέρετ᾿ ἐσεῖς τάχα, πὼς οἱ Λάκωνες μία μέρα
μὲ τοὺς δουλικοὺς χιτῶνας ἐσκοτῶσαν ἐδῶ πέρα
τοὺς ἐχθρούς τους Θεσσαλούς,
ποὺ τοὺς εἶχεν ὁ Ἱππίας, κι ἄλλους σύμμαχους πολλούς,
κ᾿ ἔδωκαν ἐλευτεριά,
μὲ τὰ δόρατα μονάχοι πολεμώντας τὰ βαρηά;
κ᾿ ἔτσι ὁ δῆμος, ποὺ τοῦ δούλου τὸν χιτώνα εἶχε βάλη,
τῆς ἐλευτεριᾶς τὴ χλαίνα ξαναφόρεσε καὶ πάλι.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Δὲν εἶδα ἀγαθώτερη γυναίκα ὡς τὴν ὥρα.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Κ᾿ ἐγὼ κομμάτι πειὸ καλὸ δὲν εἶχα ἰδῆ ὡς τώρα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀφοῦ λοιπὸν τόσα καλὰ ἐδώσατε κ᾿ ἐλάβατε,
πῶς πολεμᾶτε;--καὶ γιατί τὴν ἔχθρα δὲν τὴν παύετε;
καὶ πῶς δὲν κατωρθώσατε νὰ συμφιλιωθοῦμε;
ποιὸ ἦταν τὸ ἐμπόδιο λοιπόν; γιὰ νὰ τὸ ἰδοῦμε.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Μὰ τὴν εἰρήνη σήμερα κ᾿ ἐμεῖς τὴ θέλουμ᾿ ὅλοι,
φθάνει νὰ ξαναπάρουμε τὴ στρογγυλὴ τὴν πόλι.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Φίλε, ποιὰ πόλι στρογγυλή;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Νά, θέλουμε τὴν Πύλο
ὅπου τὴν ψηλαφίζουμε τόσο καιρό.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
[Τὸ φίλο!]
Ἅ, μὰ τὸν Ποσειδώνα μας, αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ γίνη.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (πρὸς τὸν Ἀθηναῖον)
Ὄχι, καλέ μου, ἄφησε δική τους νὰ ἀπομείνη.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Τότε λοιπὸν ποὺ ταραχὲς θὰ κάνουμε μεγάλες;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀντὶ τῆς Πύλου πάλι σεῖς ζητεῖτε πόλεις ἄλλες.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Καλά, τὸν Ἐχινούντα85 κ᾿ ἐγὼ θὰ τοῦ ζητήσω,
τοῦ κόλπου τοῦ Μαλιακοῦ, ποὺ ἔχει, τ᾿ἀπὸ πίσω,
τὰ [τείχη] τὰ Μεγαρικά, τὰ σκέληα [ ὅπως λένε]...

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Μὰ ὄχι πάλι κι᾿ ὂλ᾿ αὐτὰ ποὺ θέλεις, λυσσασμένε!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἀφῆστε, δὲν μᾶς μέλει
καὶ τόσο γιὰ τὰ σκέλη.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Θέλω καὶ γρήγορα τὴ γῆ γδυτὸς νὰ τὴν ὀργώσω.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Καὶ κοπριὰ προτήτερα νὰ τὴν καταφορτώσω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, ὅλα θὰ τὰ φτιάσετε,
φιλίες ὅταν πιάσετε.
Μὰ ὂλ᾿ αὐτὰ κι ἂν θέλετε νὰ γίνουνε, σκεφθῆτε,
νὰ πᾶτε στοὺς συμμάχους σας τὴ σκέψι σας νὰ πῆτε.

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Βρέ, ποιοὺς συμμάχους, ἀδελφή;
ἐμᾶς μας γίνηκε καρφί!
Καὶ τί ἔχεις νομίση,
πῶς ἐπειδ᾿ εἶναι σύμμαχοι δὲν θέλουν τὸ γαμήσι;

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Μὰ τοὺς θεούς! [τί λὲς ἐκεῖ!]
τὸ θέλουν φίλοι καὶ δικοί!

Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Μὰ τὸ θεό! τὸ θέλουνε κι αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Κάρυστο,
[πού ῾ναι δικοί μας σύμμαχοι καὶ μ᾿ ἐργαλεῖον ἄριστο.][87]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Πολὺ σωστά. Τώρα λοιπὸν καθαρισθῆτε ὅλοι,
καὶ γρήγορα στὴν πόλι
καθεὶς θὰ φιλοξενηθῆ
ἀπ᾿ τὶς γυναῖκες, μ᾿ ὅ,τι πειὰ μέσ᾿ στὰ καλάθια μας βρεθῆ.
Καὶ πίστιν ἀφοῦ δώσετε καὶ ὅρκον ὑψηλό,
πέρτε τὶς γυναικοῦλες σας νὰ πᾶτε στὸ καλό.
Ἐμπρὸς πηγαίνουμε λοιπόν.

ΛΑΚΩΝ
Πηγαίνουμ᾿ ὅπου ἀγαπᾶς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Ὤ, μὰ τὸ Δία! γρήγορα ὅσο μπορεῖς νὰ πᾶς.

(Ἐξέρχονται ὅλοι πλὴν τοῦ Χοροῦ Γερόντων καὶ Γυναικῶν)

ΣΚΗΝΗ Γ´
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Στρώματα διάφορα κ᾿ ἐπανωφοράκια
καὶ χρυσὰ κοσμήματα καὶ φορεματάκια,
μ᾿ εὐχαρίστησι πολὺ τὰ δωρῶ στὴν ἀφεντιά σας
νὰ τὰ πάτε στὰ παιδιά σας
καὶ στὴν κάθε μιά σας κόρη,
ὅταν πειὰ θὰ μεγαλώσουν καὶ θὰ γίνουν κανηφόροι.
Μπῆτε μέσ᾿ τὸ σπίτι μου σᾶς παρακαλῶ,
κι ὅτι πραματάκι μου βρίσκετε καλὸ
πάρετε τό, θὰ σᾶς τὸ δώσω·
τίποτα δὲν βρίσκεται σφραγισμένο τόσο,
ποῦ νὰ μὴν μπορέσετε, ἔτσι δὰ νὰ πιάσετε,
κι ὅλες τὶς σφραγίδες του νὰ τὶς κομματιάσετε
κι ὅποιος τὰ ματάκια τοῦ τὰ ῾χει ἀνοιγμένα
πειὸ καλὰ ἀπὸ μένα,
ἂς φορέση ὅ,τι τύχη--
[κι ἀπὸ σβέρκο θὰ πιτύχη!][88]
Κι ἂν κανένας ἀπό σας δὲν ἔχει σιτάρι,
καὶ ἔχει δούλους καὶ παιδιά, ἂς ἔρθη νὰ πάρη,
ὅλα θὰ τὰ βρῆ σ᾿ ἐμένα,
καὶ ψωμὶ μεγάλο νέο, καὶ μικρὰ [καλοψημένα].
Κι ὅποιος ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς στὸ φαῒ ἔχει τὴν ἔννοια,
ἂς ἐρθῆ στὸ σπίτι μου, φέρνοντας σακκιᾶ πετσένια,
κι ὁ Μανής μου θὰ τοῦ βάλη
τὸ σιτάρι στὸ τσουβάλι.
Μά σας λέγω καθαρά: μὴ στὴν πόρτα προχωρῆτε
κι ἀπ᾿ τὴ σκύλλα φυλαχθῆτε.

(Εἰσέρχεται ὁ Α´ Ἀθηναῖος ὅστις κτυπᾶ θύραν οἴκου
τινὸς πλουσίου)

ΣΚΗΝΗ Δ´
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ - Η ΘΥΡΩΡΟΣ
Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ (κρούων τὴν θύραν)
Ἀνοίξετε τὴν πόρτα σας!

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (ἐξερχομένη καὶ κρατοῦσα δάδα ἀνημμένην)
Ἔ, σύ! τραβήξου πίσω!
Θ᾿ ἁπλώσω τὴ λαμπάδα μου καὶ θὰ σὲ τσουρουφλίσω
Θὰ εἶνε κ᾿ ἐνοχλητικὸ [νὰ βγῶ στὸ μέσο της σκηνῆς
μὲ τὴ λαμπάδα ποὺ κρατῶ καὶ νὰ καῆ μ᾿ αὐτὴ κανείς],
-μ᾿ἂν τὸ θελήσετε ποτέ,
ἔ, θὰ τὸ κάνουμε κι αὐτὸ γιὰ χάρι σας, ὢ θεαταί!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Τὸ ὑποφέρνουμε κ᾿ ἐμεῖς.

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (πρὸς τὸν Ἅ´Ἀθηναῖον καὶ τὸν χορὸ τῶν Γερόντων)
Θὰ φύγετε; θὰ πάψετε;
φευγᾶτε, γιατί γρήγορα τὶς τρίχες σας θὰ κλάψετε·
(ἀπειλεῖ διὰ τῆς δαδός)
φευγᾶτε, γιατ᾿ οἱ Λάκωνες πρέπ᾿ ἥσυχα νὰ φᾶνε
κ᾿ ὕστερα στὶς πατρίδες τους μὲ τὸ καλὸ νὰ πᾶνε.

(Εἰσέρχονται οἱ Β´καὶ Γ´Ἀθηναῖοι)

ΣΚΗΝΗ Ε´
Β´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ - Γ´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ
Β´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Τέτοιο τραπέζι σὰν κι αὐτό, δὲν εἶδα ὡς τὴν ὥρα
σὲ τούτη μας τὴ χώρα.

Γ´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Ἦσαν πολὺ εὐχάριστοι οἱ Λάκωνες, ἀλλὰ καὶ σὺ
κ᾿ ἐγώ, κι ὅλοι ἐμεῖς σοφοί, σοφοὶ συντρόφοι στὸ κρασί.

Β´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Χέμ, φυσικά, μὲ τὸ κρασὶ σοφοὶ κ᾿ ἐμεῖς νὰ γίνουμε,
σὰν εἴμαστε ἀνόητοι τὶς ὧρες ποὺ δὲν πίνουμε.
Οἱ Ἀθηναῖοι ἂν πεισθοῦν, θὰ στέλνουμε στοὺς ξένους
τοὺς πρέσβεις μεθυσμένους·
γιατί ἂν στὴν Λακεδαίμονά μας στείλουν τώρα ἐκεῖ,
πάλι καυγὰ θὰ στήσουμεν ἂν πᾶμε νηστικοί·
μ᾿ ἂν εἴμαστε πιωμένοι,
κανεὶς τὰ ὅσα θὰ μᾶς ποῦν δὲν θὰ καταλαβαίνη,
κι ἂν δὲν θὰ λένε τίποτε, θὰ νοιώθουμε πολλὰ
καὶ ἄλλ᾿ ἀντ᾿ ἄλλων. Κ᾿ ἔτσι πειὰ ὅλα θὰ πᾶν καλά.
Μὰ κι ἂν ἀπὸ τὸν Αἴανατα τοῦ Σοφοκλῆ ἀρχίση
[μὲ τὴν πολεμικὴ ὠδή] κανεὶς νὰ τραγουδήση,
ἂς ποῦμε ὅτι τραγουδεῖ τῆς Κλειταγόρας τὶς στροφὲς
καὶ τὸ παραδεχόμαστε [καὶ παύουν κ᾿ οἱ καταστροφές].[89]

Η ΘΥΡΩΡΟΣ (ἣ Α´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ)
Νά τοι, ποὺ ἔρχονται μαζύ.
(Ἡ Θυρωρὸς πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι σπεύδουν
νὰ παρατηρήσουν διὰ τῆς θύρας)
-Βρὲ μάγκες! δὲν τραβᾶτε
στὸ δρόμο σας νὰ πᾶτε;

Β´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Νά, ἔρχονται.

(Ἐξέρχονται ἐκ τῆς οἰκίας οἱ Λακεδαιμόνιοι μετὰ
τῶν γυναικῶν τῶν καὶ ἡ Λυσιστράτη)

ΣΚΗΝΗ ΣΤ´
ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ - ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ - ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ (ὃ κορυφαῖος του Χοροῦ πρὸς ἕνα τῶν λοιπῶν)
Πολύχαρε, θέλω νὰ τραγουδήσω
ἐδῶ γιὰ ὅλους ὤμορφα, καὶ νὰ χοροπηδήσω.
πάρε τὸ φυσητήρι σου.[90]

Β´ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Ναί, πάρ᾿ τὸ φυσητήρι,
καὶ τοῦ δικοῦ σας τοῦ χοροῦ, ὦ Λάκωνες, οἱ γύροι
ἀμέσως ἂς ἀρχίσουνε
νὰ μᾶς εὐχαριστήσουνε.

(Εἰς ἐκ τῶν Λακώνων συνοδεύει πρὸς αὐλὸν τὴν
ἀπαγγελίαν τοῦ Κορυφαίου).

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Μνημοσύνη! δὸς στοὺς νέους
[Σπαρτιάτας κι Ἀθηναίους]
κίνησι γιὰ τὸ χορό,
ποὺμᾶς ξέρει ἀπὸ καιρό,-
ὅταν μ᾿ ἀθανάτους ἴσοι
μὲ τὰ πλοῖα εἶχαν ὁρμήση
καὶ τοὺς Μήδους πολεμοῦσαν
στὸ Ἀρτεμίσιο καὶ νικοῦσαν.
Ὁ Λεωνίδας μου μ᾿ ἐμένα,
μὲ τὰ δόντια ἀκονισμένα,
σὰν τὸν κάπρο, ἔφθασε πρῶτα,
κι ὁ ἀφρὸς ἀπ᾿ τὸν ἱδρώτα
στὰ σαγόνια μας ἀνθοῦσε
κι ὡς τὰ σκέληά μας κυλοῦσε.
Καὶ οἱ Πέρσαι ἦσαν μπροστά μου
ἄπειροι, ὡς εἶδος ἄμμου.
Ἔλα τώρα ἐσὺ μ᾿ ἐμένα
Ἄρτεμις, θεὰ παρθένα,
ποὺ σκοτώνεις τὰ θηρία,-
τὶς σπουδὲς καὶ τὴ φιλία,
μὰ καὶ τὴν εἰρήνη ἐπίσης,
γιὰ καιρὸ νὰ τὴν κρατήσης.
Ἂς γενῇ φιλία τώρα
ὅλο καὶ μὲ πλούσια δῶρα,
κι ὄχι λόγια πειὰ περίσσια
τρυφερὰ κι ἀλεπουδίσια!
Ἔλα, ἔλα σὺ μ᾿ ἐμένα,
κυνηγέ, θεὰ παρθένα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔ, ὅλα τώρα παν᾿ καλά. Ὁ κάθε Λάκων ἂς ἐρθῆ,
νὰ πάρη τὴ γυναίκα τοῦ κοντά της νὰ σταθῆ,
κι αὐτὴ κοντὰ στὸν ἄνδρα της, κι ἀφοῦ χοροὺς θὰ στήσουμε
γι᾿ αὐτὴ τὴν καλορροίζικη συνθήκη ποὺ θὰ κλείσουμε,
ἔ, τότε στοὺς θεοὺς μαζὺ ὅρκο μεγάλο πιάνουμε,
αὐτὴν τὴν ἁμαρτία πειὰ νὰ μὴ τὴν ξανακάνουμε.

ΧΟΡΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ Κορυφαῖος
Σύρε τὸ χορό,--τὶς Χάρες κάλεσε μαζύ,--εὐχήσου
στ᾿ ὄνομα τοῦ Διονύσου,
ποὺ μὲ τὶς Μαινάδες[91] τρέχει
καὶ φωτιὲς στὰ μάτια τοῦ ἔχει,--
στὸν Ἀπόλλωνα εὐχήσου τῶν χορῶν τὸν ἀρχηγό,--
στὴ θεὰ τὴν κυνηγό,
καὶ στὸν Δία ποὺ ἀνάφτει,
καὶ βροντάει καὶ ἀστράφτει,--
μὰ καὶ στὴ συντρόφισσά του[92] τὴ θεὰ τὴν εὐτυχῆ,--
καὶ στοὺς δαίμονας εὐχή,
ὅπου δὲν ξεχνοῦν ἐκεῖνοι,
καὶ γιὰ μάρτυρες σταθῆκαν στὴ μεγάλη τὴν εἰρήνη,
ποὺ ἔχει γίνει στερεὰ
ἀπ᾿ τῆς Κύπρου τὴ θεά.
Τραλαλαλά! ἐμπρός! παιάν!
νίκη! εὐοί! εὐαί! εὐᾶν!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Ἔλα τώρα, Σπαρτιάτη,
νὰ μᾶς ξαναψάλης κάτι.

ΧΟΡΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
Ὢ μούσα ἐσὺ Λακωνική!
ἂφ᾿ τὸν Ταΰγετον ἐκεῖ,
ποὺ εἶνε τόσο εὐχάριστος, κ᾿ ἔλα νὰ ψάλης πρῶτα
Ἀπόλλωνα καὶ Ἀθηνᾶ,
καὶ τοῦ Τυνδάρου[93] τὰ παιδιά, ποὺ παίζουνε παντοτινὰ
στὶς ὄχθες τοῦ Εὐρώτα.
Ἔλα καὶ πήδα ἐλαφρὰ μ᾿ ἐμᾶς νὰ τραγουδήσουμε,
τὴ Σπάρτη νὰ ὑμνήσουμε,
ποὺ τόσο εὐφραίνουνε οἱ θεϊκοὶ χοροί,
καὶ τὰ ποδοκτυπήματα, ὅταν ἡ κόρ᾿ ἢ τρυφερὴ
κοντὰ κοντὰ τὰ πόδια τῆς κτυπᾶ, σὰν τὸ πουλάρι,
πηδώντας στοῦ Εὐρώτα μας τὸ πράσινο χορτάρι,
καὶ τὰ μαλλιὰ τῆς ἀρχινᾶ
ὁ ἄνεμος νὰ τὰ κινά,
ὅπως ὅταν χοροπηδοῦν κισσοστεφανωμένες
οἱ Βάκχες μεθυσμένες.
Καὶ πρώτη πρώτη στὸ [χορὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες χώρια]
ἡ κόρη μπαίν᾿ ἡ πάναγνη τῆς Λύδας[94] κ᾿ ἡ πανώρηα.
Ἐμπρός! περόνη πέρασε καὶ κάρφωσ᾿ τὴν πλεξίδα,
καὶ κτύπησε τὰ χέρια σου, καὶ σὰν τὸ λάφι πήδα!
Ἐμπρός! καὶ τώρα τοῦ χοροῦ ἂς ἀκουσθοῦν οἱ κρότοι,
καὶ ψάλε [ἀπ᾿ ὅλες πρώτη]
τὴν Ἀθηνᾶ που᾿νὲ θεὰ
ἀνίκητη καὶ κραταιά!.....

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ἡ παροῦσα μετάφρασις ἐδιδάχθη τὸ πρώτον ἀπὸ σκηνῆς, ὑπὸ θιάσου
καταρτισθέντος ἐπὶ τούτω, ἐν τῷ Δημοτικῷ Θεάτρω Ἀθηνῶν κατὰ
Ἰανουάριον 1905. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι παράστασις αὐτῆς
ὑπὸ θιάσων ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ μεταφραστοῦ, συμφώνως μὲ τὸν
Νόμον 3483 τοῦ ἔτους 1909.
[2[ Αἱ γυναῖκες εἶχον καὶ ἰδιαιτέρας ἑορτὰς ἐκτὸς τῶν δημοτελῶν.
Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Πανὸς ὠργίαζον μετὰ κραυγῶν.
[3] Νύμφη ἐκ τῆς συνοδείας τῆς Ἀφροδίτης· ἐκδηλωτικὸν ἀσελγείας.
(Νεφέλαι 52).
[4] Ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἀττικὴν ναὸς τῆς Κωλιάδος Ἀφροδίτης, εἰς μέρος
καλούμενον «Κωλιάς», λαβὸν τὸ ὄνομα ἐκ τῆς ὁμοιότητος πρὸς τὸ
ὁμώνυμον μέλος τοῦ ἀνθρώπου.
[5] Φορέματα χωρὶς ζώνην καὶ μὴ συρόμενα, καλούμενα ὡς ἐκ τούτου
«ὀρθοστάδια» καὶ ἀναλογοῦντα πρὸς τὰ παρ᾿ ἡμῖν «μπεμπέ».
[6] Στρατηγὸς Ἀθηναῖος, κωμωδούμενος ὡς δωροδοκούμενος καὶ προδότης.
[7] Ἐσθὴς ἐκ τῆς νήσου Ἀμοργοῦ λεπτὴ καὶ διανθής.
[8] [Σημείωση τοῦ μεταγραφέα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπὸ τὴ μετάφραση λείπουν
μερικοὶ στίχοι τοὺς ὁποίους μεταφέρουμε ἐδῶ στὸ πρωτότυπο:
ΛΥΣ. Τὸ τοῦ Φερεκράτους, κύνα δέρειν δεδαρμένην.
ΚΑΛ. Φλυαρία ταῦτ᾿ ἐστὶ τὰ μεμιμημένα.
Ἐὰν λαβόντες δ᾿ ἐς τὸ δωμάτιο βίᾳ
ἕλκωσιν ἡμᾶς;
ΛΥΣ. Ἀντέχου σὺ τῶν θυρῶν.
ΚΑΛ. Ἐὰν δὲ τύπτωσιν;
ΛΥΣ. Παρέχειν χρὴ κακὰ κακῶς.
Οὗ γὰρ ἔνι τούτοις ἡδονὴ τοῖς πρὸς βίαν.
Κ᾿ἄλλως ὀδυνᾶν χρή: καμέλει ταχέως πάνυ
ἀπεροῦσιν....]
[9] «Μηλοσφαγούσας»: ἐννοεῖ τὴν θυσίαν τῶν προβάτων (μήλων), παρωδῶν
τὸν ἐν «ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας» στίχον τοῦ Αἰσχύλου:
«ἄνδρες γὰρ ἑπτὰ θούριοι λοχαγέται
ταυροσφαγοῦντες εἰς μελάνδετον σάκος..»
[10] «Λευκὸν ἵππον» (σ. 191): Φαίνεται ὅτι ὁ Ἀριστοφάνης παίζει ἐνταῦθα
μὲ τὴν λέξιν, ὑπονοῶν δι᾿ αὐτῆς τὸ αἰδοῖον· ἄλλως: ἐννοεῖ τᾶς Ἀμαζόνας
θυσιαζούσας λευκοὺς ἵππους.
[11] Ὅπου εὐκαιρία, ὁ Ἀριστοφάνης κωμωδεῖ τᾶς γυναίκας ὡς ἐπιρρεπεῖς
εἰς τὴν μέθην.
[12] «Προσλαβοὺ μοὶ τοῦ κάρπου» (σ. 202): ἐννοεῖ τὸ αἰδοῖον.
[13] Δία τὸ κωμικώτερον ἡ Καλονίκη ἐφεξῆς πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνη
τὸν ὅρκον κλαυθμηρῶς.
[14] «Τὰ Περσικά» (σ. 230): εἶδος ἐμβάδων γυναικείων· ἐννοεῖ τὸν τρόπον
τῆς συνουσίας.
[15] «Οὐ στήσομαι λέαιν᾿ ἐπὶ τυροκνήστιδος» (σ. 231): Εἶδος συνουσιάσεως
πορνικῆς ὀκλαδόν, ὅπως αἱ λέαιναι αἱ ἔγγλυφοι ἐπὶ τῶν μαχαιρῶν του
μαγειρείου, ὡς εἶδος λαβῆς αὐτῶν.
[16] Ἐκ τοῦ ὀνόματος τούτου ὁλόκληρον τὸ ἀνωτέρω χορικὸν ὀνομάζεται
καὶ «Στρυμόδωρος».
[17] Ὀνομάζει ἐνταῦθα γνωστὴν ἑταίραν ἐν Ἀθήναις, Ροδίαν ὀνομαζομένην,
μητέρα τοῦ Αὐτολύκου καὶ σύζυγον τοῦ Λύκωνος· «ὥσπερ ἐπὶ τὴν Λύκωνος
ἔρρει πᾶς ἀνήρ» (Εὔπολις).
[18] Στρατηγὸς Λακεδαιμόνιος, ἐκστρατεύσας κατὰ τῆς Ἀττικῆς κατέλαβε
τὴν Ἀκρόπολιν· πολιορκηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων ἠναγκάσθη νὰ ἐξέλθῃ
ὑπὸ συνθήκην.
[19] Ὡς γνωστὸν ὁ Εὐρυπίδης ἦτο μισογύνης, ὁ δὲ Σοφοκλῆς σκώπτων
αὐτὸν ἔλεγεν: «ἔν γε ταῖς τραγωδίαις μισογύνης ἐστίν, ἐν δὲ τῇ κλίνῃ
φιλογύνης».
[20] «Λήμνιον πῦρ» (σ.299): παίζει μὲ τὴν φράσιν, ἐννοῶν τὴν παροιμίαν
«λήμνιον κακόν», προκύψασαν ἐκ τοῦ γνωστοῦ ἐγκλήματος τῶν γυναικῶν
τῆς Λήμνου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν Εὐριπίδην «Λῆμνον ἄρδην ἀρσένων
ἐξώκισαν», δηλαδὴ ἐφόνευσαν τοὺς ἄνδρας των, διότι εἶχον ἐπιδοθεῖ
εἰς τὴν παιδεραστίαν.
[21] Ἐννοεῖ τοὺς ἐν Σάμῳ στρατηγούς, δυστυχήσαντας εἰς τὸν πόλεμον, λέγει δέ:
ποῖος ἀπ᾿ αὐτοὺς θὰ συλλάβη τὸ ἀναμμένον ξύλον, διὰ νὰ (καῆ) γίνη
περισσότερον δυστυχῆς;
[22] «Στιγματίαι»: αἱ δοῦλαι ἔστιζον τὰ πρόσωπα πρὸς διάκρισιν ἀπὸ
τῶν ἐλευθέρων.
[23] Τίτλος τῆς Ἀθηνᾶς
[24] Ὠσαύτως ἀπὸ τῆς Τριτωνίδος λίμνης τῆς Λιβύας, περὶ τὴν ὁποίαν
ἡ Ἀθηνᾶ ἐγεννήθη ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός, εἴτε ἐκ τῆς λέξεως τ ρ ἲ τ ὤ,
ἥτις αἰολιστῖ σημαίνει κεφαλήν.
[25] Ἀγαλματοποιὸς διακωμωδούμενος.
[26] «Σαβάζιος» βαρβαρικὸν ὄνομα τοῦ Διονύσου.
[27] Ἑορτὴ τοῦ Ἀδώνιδος γινομένη ἰδιαιτέρως εἰς οἰκίας καὶ εἰς κήπους
ὑπὸ τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐθρήνουν τὸν θάνατον τοῦ Ἀδώνιδος.
[28] Δημόστρατος στρατηγός, ὑποκινήσας ἐν Ἀθήναις τὴν κατά της
Σικελίας ἐκστρατείαν.
[29] Ὁ Δημόστρατος ἐκαλεῖτο Βουζύγης, καὶ κωμικῶς Χ ο λ ο ζ ύ γ η ς,
ὡς ἐκ τοῦ μελαγχολικοῦ χαρακτῆρος του.
[30] «Κρανάα» ὠνομάζετο ἡ πετρώδης ἀκρόπολις, ἀπὸ τοῦ βασιλέως
Κραναού.
[31] Ὁ Πείσανδρος ἦτο συνάρχων μετὰ τοῦ Φρυνίχου καὶ τοῦ Θηραμένους·
κωμωδεῖται ὡς δωροδοκούμενος, καταχραστῆς καὶ δειλός.
[32] Ἡ στήλη ἦτο ρθογώνιος λιθίνη ἢ χαλκή, ἐκτεθειμένη εἰς δημόσιον
μέρος, ἐπὶ τῆς ὁποίας
ἀνεγράφοντο τὰ ψηφίσματα, αἱ συνθῆκαι, καὶ αἱ πράξεις τῶν
στηλιτευομένων ἐπὶ κακία ἢ ἐπαινουμένων ἐπ᾿ ἀρετή.
[33] Σατυρίζει τοὺς δικαστᾶς· τινὲς τῶν ὁποίων ὑπεχρεοῦντο νὰ τρώγουν
κουκκιά, διὰ νὰ μὴ νυστάζουν κατὰ τᾶς δίκας.
[34] Υἱοὶ τοῦ Ἡφαίστου, ἱερεῖς τῆς Κυβέλης, τελοῦντες τὰ ὄργια αὐτῆς
μὲ ὕμνους θορυβώδεις καὶ μὲ παραφόρους κινήσεις, ἐν Φρυγίᾳ καὶ Κρήτη.
[35] Ἥρως καὶ βασιλεὺς Θρακικὸς
[36] «Μελιτοῦτται» παρασκευάσματα ζύμης μετὰ μέλιτος, τὸ ὁποῖον ἐτίθετο
πλησίον τῶν νεκρῶν, διὰ νὰ χρησιμεύση ὡς τροφὴ τοῦ Κερβέρου κατὰ
τὴν διάβασιν εἰς τὸν Ἄδην.
[37] Τὸ λείψανον ἀπετίθετο εἰς δημοσίαν θέαν πρὸ τῆς θύρας τῆς οἰκίας
καὶ ἐκεῖ τὸ ἔκλαιον αἱ γυναῖκες.
[38] Ἢ ἀνωτέρω σκηνὴ μέχρι τέλους τῆς παρούσης πράξεως δύναται καὶ
νὰ παραλείπεται κατὰ τὴν ἀπὸ σημερινοῦ θεάτρου διδασκαλίαν.
[39] Ἱππίας καὶ Ἵππαρχος, γνωστοὶ τύραννοι τῶν Ἀθηνῶν, υἱοί του
Πεισιστράτου, τῶν ὁποίων ὁ δεύτερος ἐφονεύθη ὑπὸ τοῦ Ἀριστογείτονος.
[40] Τρυφηλὸς καὶ συζῶν μετὰ πολλῶν γυναικὼν
[41] Ὑπονοεῖ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἀριστογείτων ἐφόνευσε τὸν
Ἵππαρχον.
[42] «Ἀρρηφορία» ἐλέγετο ἡ μετακόμισις ἀγγείων, ἐντὸς τῶν ὁποίων
αἱ παρθένοι ἔφερον τὰ «ἄρρητα» εἰς τὴν Ἀθηνᾶν.
[43] Βαυρῶν ἦτο δῆμος Ἀθηναίων πλησίον τοῦ Μαραθῶνος, ἔνθα λέγεται
ὅτι ὁ Ἀγαμέμνων ἐθυσίασε τὴν Ἰφιγένειαν καὶ οὐχὶ ἐν Αὐλίδι.
Ἐκεῖ μυθολογεῖται ὅτι ἄρκτος τὶς δοθεῖσα εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρτέμιδος
ἀξημερώθη, ἐν τούτοις ἡμέραν τινὰ κατέσχισε τὸ πρόσωπον παρθένου
τινός, τῆς ὁποίας ὁ ἀδελφὸς ἐφόνευσε τὸ ζῶον. Ἐκ τούτου ὀργισθεῖσα ἡ
Ἄρτεμις διέταξεν, ὅπως ἑκάστη παρθένος ἀπὸ ἡλικίας 5-10 ἐτῶν
ἐνδύεται ἅπαξ ἱερὰν κροκωτὴν ἐσθήτα καὶ χορεύη ὡς ἄρκτος.
[44] Χωρίον ξηρὸν καὶ ἄνυδρον πλησίον τῆς Πάρνηθος, εἰς τὸ ὁποῖον
συνῆλθον τινὲς ἐκ τῆς πόλεως πρὸς συνωμοσίαν, ὡς βεβαιοὶ ὁ
Ἀριστοτέλης εἰς τὴν Ἀθηναίων Πολιτείαν.
[45] Θυγάτηρ τοῦ Λυγδάμιδος ἐξ Ἐφέσου καταγομένη, σύμμαχος τοῦ Ξέρξου
κατὰ τὴν ἐν Σαλαμίνι ναυμαχίαν.
[46] Μύκων, περίφημος ζωγράφος Ἀθηναῖος, ζωγραφίσας μάχην Ἀμαζόνων
εἰς τὴν Ποικίλην Στοάν.
[47] Τρυπημένον ξύλον, «κήφων»· ἐντὸς τῆς ὀπῆς αὐτοῦ ἔκλειον
τὸν λαιμὸν τῶν κακούργων.
[48] Κατὰ Αἰσώπειον μύθον ἐλέχθη: οἱ κάνθαροι καταστρέφουσι τὰ ὠὰ
τῶν ἀετῶν. Ἴσως ὑπονοεῖ τοὺς ὄρχεις.
[49] Πορνοβοσκὸς καὶ μοιχός, κωμωδούμενος καὶ ἐπὶ θηλυπρεπεία.
[50] Τὰ ἔρια τῆς Μιλήτου ἐπροτιμῶντο ὡς ἐκλεκτότερα.
[51] Θεὰ προστάτης τῶν τοκετῶν
[52] Κατὰ τὸν Σχολιαστὴν ἡ δεκάτη καὶ κατὰ τὸν Νεόφυτον Δούκαν
ἡ πέμπτη ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ παιδίου, καθ᾿ ἣν αἱ φίλαι
περιέφερον αὐτὸ γύρω τῆς ἑστίας τῆς οἰκίας· ἡ τελετὴ αὕτη ἐκαλεῖτο
«ἀμφιδρόμια».
[53] Ὁ ἱερὸς δράκων τῆς Ἀθηνᾶς, φύλαξ τοῦ ναοῦ.
[54] Ἐννοεῖ τᾶς γυναίκας.
[55] Τοὺς ἄνδρας
[56] Ἡ σκηνὴ αὕτη δύναται καὶ νὰ παραλειφθῆ κατὰ τὴν ἀπὸ θεάτρου
διδασκαλίαν.
[57 Μελανίων ἢ Μειλανίων, σύζυγος τῆς Ἀταλάντης, μεταμορφωθεῖς
εἰς λέοντα. Ἐνταῦθα ἀναγράφει τὸν μύθον πρὸς εἰρωνείαν, διότι
ὁ Μελανίων, συναντηθεὶς μετὰ τῆς Ἀταλάντης εἰς κυνήγιον ἐπὶ
τῶν ὀρέων τῆς Ἀρκαδίας, τὴν κατεδίωξε καὶ τὴν ἐβίασεν.
[58] Μυρωνίδης καὶ Φορμίων. Γενναῖοι στρατηγοί. Τοὺς μελαμπύγους
ἐθεώρουν γενναίους, τοὐναντίον δὲ δειλοὺς καὶ θηλυπρεπεῖς
τοὺς λευκοπύγους.
[59] Τίμων ὁ Μισάνθρωπος: οὗτος ἀποφεύγων τοὺς ἀνθρώπους,
κατέφυγεν εἰς ἐρημικὰ μέρη· καταπεσῶν δὲ ἀπὸ ἀπιδέαν καὶ μὴ θέλων
νὰ προσκαλέση ἰατρὸν νὰ περιποιηθῇ τὸ τραῦμα του, ἀπέθανεν
ἐκ γαγγραίνης, ὁ δὲ τάφος του κατεκλύσθη ὑπὸ τῆς θαλάσσης ἐπὶ
τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Σούνιον.
[60] Ἱερὸν τῆς Δήμητρος ἐν τῇ Ἀκροπόλει, ἐν τῷ ὁποίῳ ἦγον ἑορτὴν
καὶ ἐθυσίαζον κατὰ τὸν μήνα Θεργηλιώνα (Μάιον).
[61] Διακωμωδεῖ τὸν αὐτὸν Κινησίαν τὸν διθυραμβοποιόν, ὡς ἐπιρρεπῆ
εἰς τὴν ἡδονήν, περὶ οὗ μακρὸς ὁ λόγος εἰς τοὺς «Ὄρνιθας».
[62] Λογοπαίγνιον πρὸς τὸ πέος, καὶ τοῦτο ἵνα ταυτοχρόνως διαβάλῃ
αὐτὸν ὡς μὴ καταγόμενον ἀπὸ κανένα ἀθηναϊκὸν δῆμον, καὶ ἑπομένως
ὡς ξένον καὶ Θράκα.
[63] «Τὸ αἰδοῖον δείκνυσιν» (Σχολιαστής).
[64] «Μαμμία! μαμμία! μαμμία!»
[65] Σύνηθες παρ᾿ Ἀριστοφάνει ὄνομα ὑπηρέτου.
[66] Κλεψύδρα: κρήνη ἐν τῇ Ἀκροπόλει καλουμένη καὶ Ἐμπιδώ· ὠνομάσθη
οὕτω, διότι ἄλλοτε ἐπλημμύρει καὶ ἄλλοτε ἐξηραίνετο.
[67] «Ἀπὸ παροιμίας, ὡς ὁ Ἡρακλῆς, περιερχόμενος πᾶσαν γῆν, ἄλλη
ἄλλοτε ἐξενίζετο, οὕτω καὶ τὸ πέος τοῦτο, οὐκέτι τὴν οἰκείαν
εὑρίσκει καλύβην (Νεοφ. Δούκας)». Ἄλλως: ὅτι οἱ ὑποδεχόμενοι
τὸν Ἠρακλέα βραδύνουσιν, ἀδηφάγον ὄντα (Σχολιαστής).
[68] «Τὸ αἰδοῖον δείκνυσι» (Σχολιαστής)
[69] «Τὸ αἰδοῖον φησι» (Σχολιαστής)
[70] «Τὸ αἰδοῖον δείκνυσι»
[71] Ἐννοεῖ τὸν Φιλόστρατον τὸν ἐπικαλούμενον Κυναλώπεκα, καὶ
πορνοβοσκὸν ὄντα, παρὰ τοῦ ὁποίου ζητὶ γυναίκα.
[72] «Δία τὸ αἰδοῖον αὐτοῦ μέγα εἶναι, ἐξέτεινε τὰ ἱμάτια τῇ χειρί·
ὁ δὲ εἶπε, δόρυ ἔχεις» (Σχολιαστής)
[73] Πελλήνη: πόλις τῆς Ἀχαΐας τὴν ὁποίαν διεξεδίκουν Ἀθηναῖοι
καὶ Λακεδαιμόνιοι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, συγχρόνως δὲ
καὶ γνωστὴ ὡραῖα ἑταίρα ἐν Ἀθήναις.
[74] Ἡ Τρικόρυθος: δῆμος καὶ χωρίον τῆς ἐν τῇ Ἀττικῇ Τετραπόλεως
πλησίον τοῦ Μαραθῶνος, ἀνῆκον εἰς τὴν Αἰαντίδα φυλήν.
[75] Ἐκωμωδοῦντο οἱ Καρύστιοι ὡς μοιχοί, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ
παρ᾿ Ἀριστοφάνει.
[76] «Δελφάκιον»: ἐννοεῖ τὸ χοιρίδιον καὶ τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον.
[77] Ἐπέρχεται ἀπροόπτως διὰ τῆς φράσεως «ἴσως δ᾿ ἡ θύρα κεκλείσεται»,
ἥτις, κατόπιν τῶν προηγουμένων ἐπαγγελιῶν, ἀντιστοιχεῖ περίπου
πρὸς τὴν ἀνωτέρω σύγχρονον δημοτικήν.
[78] Τὰ ἀγάλματα τοῦ Ἑρμοῦ ἔφερον συνήθως τὸ αἰδοῖον τερατῶδες
καὶ ἐντεταμένον.
[79] Χάριν τοῦ κωμικοῦ εἱρμοῦ ὁ Α´ Ἀθηναῖος δύναται νὰ εἶνε αὐτὸς
ὁ Κινησίας.
[80] Υἱὸς τοῦ Σιβυρτίου, κωμωδούμενος ἐπὶ θηλυπρεπείᾳ
[81] «Ἑρμοκοπίδαι». Τέσσερα ἔτη πρὸ τῆς συγγραφῆς τοῦ ἔργου τούτου,
κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πλοῦ εἰς Σικελίαν, ἠκρωτηρίασαν διὰ νυκτὸς
τοὺς Ἑρμᾶς, τοὺς εὑρισκομένους πρὸ τῶν θυρῶν τῶν οἰκιῶν.
[82] Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦτο ἡ κωμωδία ὀνομάζεται καὶ «Διαλλαγαί»
[83] «Ἐν Πύλαις»: ἐννοεῖ τὰς Θερμοπύλας, ὅπου ἔπεμπον τοὺς
λεγόμενους ἱερομνήμονας.
[84] Πρεσβευτὴς τῶν Λακεδαιμονίων, ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ ζητήσῃ
στρατὸν κατὰ τῶν εἱλώτων, ἀποστατησάντων εἰς τὴν Ἰθώμην.
[85] «Ἀλλ᾿ ὁ πρωκτὸς ἄφατος καὶ καλός»: κατὰ τὴν γνώμη τοῦ σοφοῦ
διδασκάλου τοῦ γένους Νεοφύτου Δούκα, ὁ Ἀριστοφάνης ὑπονοεῖ
ἐδῶ τὴν Ἀσπασίαν, χάριν τῆς ὁποίας ἐγένετο τὸ ψήφισμα τῶν Μεγαρέων·
ἐκ τούτου ἐξεράγη ὁ πόλεμος, τοῦ ὁποίου αἴτιος ἦτο ὁ Περικλῆς,
ἐραστὴς τῆς Ἀσπασίας· ἐννοεῖ δ᾿ ὁ Λάκων: Ἠδικήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ
σεῖς ἠδικήσατε χάριν τοῦ θαυμαστοῦ πρωκτοῦ τῆς Ἀσπασίας.
[86] Ἐχινούς, πόλις Θεσσαλικὴ παρὰ τὸν Μαλιακὸν κόλπον.
[87] «Ἐλέγετο μοιχοὺς εἶναι τοὺς Καρυστίους…» (Σχολιαστής)
[88] Ἐπέρχεται ἀπροόπτως ἡ ἄρνησις κατόπιν τῶν ἐπαγγελιῶν, ὡς καὶ
ἐν προηγουμένῳ χορικῷ τῶν Γυναικῶν, πρὸς ἐντονώτερον χαρακτηρισμὸν
ἴσως τοῦ φιλοπαίγμονος καὶ ἀπατηλοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν.
[89] Τὸ χωρίον τοῦτο ἐν τῷ κειμένῳ εἶναι ἀσαφὲς διὰ τὸν σημερινὸν
ἀναγνώστην, ἄνευ ἀναλύσεως καὶ ἐπεξηγήσεως· ὁ Ἀριστοφάνης ὑπονοεῖ
ἐνταῦθα θούριον στροφὴν ἐκ τοῦ Τελαμωνίου Αἴαντος,
ἀκατάλληλον διὰ συμπόσιον εἰρήνης· ἡ δὲ Κλειταγόρα ἦτο ποιήτρια ἐκ
Λακωνίας ἢ ἐκ Θεσσαλίας.
[90] Ἐννοεῖ τὸν αὐλόν.
[91] Μαινάδες καὶ Βάκχαι, εἰς τᾶς ὁποίας ἀπεδίδετο ἡ λάμψις τῶν
βλεμμάτων τοῦ Διονύσου.
[92] Τὴν Ἥραν
[93] Βασιλεὺς τῆς Σπάρτης, σύζυγος τῆς Λήδας καὶ πατὴρ τῶν Κάστορος,
Πολυδεύκους, Ἑλένης καὶ Κλυταιμνήστρας.
[94] Ἡ Ἑλένη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου