Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Ο κορυφαίος τραγωδός της κλασικής Αθήνας


ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Ο κορυφαίος τραγωδός της κλασικής Αθήνας

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


Kάτω από το προσκεφάλι του ΜΑΡΞ όταν πέθανε, οι δικοί του βρήκαν το βιβλίο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ.

Ο μεγάλος τραγικός γεννήθηκε στην Ελευσίνα, το 525πχ. Πατέρας του ήταν ο Ευφορίωνας, που καταγόταν από μεγάλη γενιά ευπατριδών. Η ευγενική καταγωγή, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία, το θρησκευτικό-μυστικιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας (λατρεία Δήμητρας - Περσεφόνης) και οι μεγάλοι εθνικοί αγώνες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων, συντέλεσαν ώστε να διαπλαστεί ο ευσεβής και γενναίος χαρακτήρας του ποιητή και το υψηλό φρόνημα που τον διέκρινε.

Με προθυμία πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίον των Περσών. Στο Μαραθώνα (490 π.Χ.) με πολλά τραύματα, λιπόθυμος μεταφέρθηκε από τη μάχη, ενώ ο αδερφός του Κυναίγειρος με τον ηρωικό του θάνατο προκάλεσε το θαυμασμό όλων. Επίσης πολέμησε στη Σαλαμίνα (480) και στις Πλαταιές (479).

Για την υπόλοιπη οικογενειακή του κατάσταση γνωρίζουμε ακόμα τα εξής. Εκτός από τον Κυναίγειρο είχε και άλλον αδερφό, τον Αμυνία. Οι δύο του γιοι, Ευαίωνας και Ευφορίωνας, ήταν επίσης δραματικοί ποιητές. Ο Ευφορίωνας μάλιστα φαίνεται ότι νίκησε το 431 τους αντίπαλους του πατέρα του, Σοφοκλή και Ευριπίδη. Φαίνεται ακόμα ότι και ένας γιος της αδερφής του, ο Φιλοκλής, ήταν και αυτός τραγικός ποιητής.

Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμιά θετική πληροφορία. Αν κρίνει όμως κανείς από τα έργα του, πρέπει να είχε βαθιά γνώση των επών του Ομήρου, καθώς και των διδακτικών επών. Από τους λυρικούς, τους οποίους φαίνεται να γνώριζε καλά, ο Σόλωνας επέδρασε ιδιαίτερα στην ποιητική του καλλιέργεια.

Ο Αισχύλος πήρε μέρος στους τραγικούς αγώνες, για πρώτη φορά, το 500 π.Χ., δηλ. σε ηλικία 25 χρονών. Σύμφωνα με κάποιο θρύλο ο θεός Διόνυσος παρουσιάστηκε στο νεαρό Αισχύλο και τον παρακίνησε να καταπιαστεί με την τραγωδία. Αντιπάλους του είχε το Φρύνιχο, το Χοιρίλο και τον Πρατίνα, που ήταν παλαιότεροι τραγικοί ποιητές. Επί δεκαπέντε χρόνια δεν κατόρθωσε να πάρει καμία νίκη. Για πρώτη φορά νίκησε το 484. Από τότε γίνεται ο κυρίαρχος της τραγικής σκηνής. Κερδίζει άλλες 12 φορές όσο ζει και 24 μετά το θάνατό του. Το 468 τον νίκησε ο νεαρός Σοφοκλής, που για πρώτη φορά συναγωνιζόταν στο θέατρο. Από τότε μοιράζονται αλληλοδιαδόχως τις νίκες.

Το 470 ο Αισχύλος ύστερα από πρόσκληση του φιλόμουσου τυράννου Ιέρωνα πήγε στη Σικελία, όπου ήταν προσκεκλημένοι επίσης ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης. Εκεί ο Αισχύλος έγραψε την τραγωδία "Αιτναίαι", προς τιμή της πόλης Αίτνας, που είχε ιδρύσει ο Ιέρωνας. Την τελευταία του νίκη στην Αθήνα την κέρδισε το 458 με την τριλογία του "Ορέστεια" και το σατυρικό δράμα "Πρωτεύς". Μετά τη νίκη του αυτή ξανάφυγε για τη Σικελία, στην πόλη Γέλα, όπου πέθανε το 456.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ

Δεν είναι γνωστό πόσες ακριβώς τραγωδίες έγραψε ο Αισχύλος. Σύμφωνα όμως με το βιογράφο του πρέπει να έγραψε 70 τραγωδίες και πέντε σατυρικά δράματα, ενώ ο λεξικογράφος Σουίδας αναφέρει 92 έργα του, δηλ. 23 τετραλογίες. Μέχρι σήμερα σώθηκαν οι τίτλοι 77 έργων. Ολόκληρα όμως σώθηκαν μόνον 7, τα οποία σε μια σύντομη ανάλυση έχουν ως εξής:

α) Ικέτιδες (προ του 472 π.Χ.). Είναι το πιο παλιό, γιατί κυριαρχεί το λυρικό στοιχείο. Οι 50 κόρες του Δαναού καταδιώκονται από το γιο του Αιγύπτου και ζητούν άσυλο στο ʼργος ως "ικέτιδες". Οι 50 κόρες που αποτελούν το χορό δίνουν και το όνομα στην τραγωδία. Εδώ, όπως και στους "Πέρσες", συγκρίνεται ο πολιτισμός των Ελλήνων με τη βία και την αλαζονεία των βαρβάρων.
β) Πέρσαι (472πχ). Είναι ένας ύμνος της νίκης των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Το δράμα εκτυλίσσεται στα Σούσα, όπου ο αγγελιαφόρος διηγείται στη μητέρα του Ξέρξη, ʼτοσσα και στο χορό, που αποτελείται από επιφανείς Πέρσες γέροντες, την ήττα του πολυάριθμου περσικού στρατού. Είναι έργο κατεξοχή εθνικό και πατριωτικό.
γ) Επτά επί Θήβαις (467πχ). Το θέμα του είναι ο αγώνας των δύο γιων του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυνείκη, για την επικράτηση και ο αλληλοσκοτωμός τους. Το νόημα της τραγωδίας είναι ότι η ακατάσχετη δύναμη της πατρικής κατάρας συντρίβει τα δύο παιδιά και μ' αυτό τον τρόπο φέρνει τον όλεθρο σ' όλο το γένος των Λαβδακιδών.
δ) Προμηθεύς δεσμώτης (μετά το 465πχ). Μέρος μιας τριλογίας, της οποίας πρώτη τραγωδία ήταν ο Προμηθεύς πυρφόρος και τρίτη ο Προμηθεύς λυόμενος. Σ' αυτήν ο Προμηθέας κλέβει τη φωτιά από τον Όλυμπο και τη φέρνει στους ανθρώπους. Για την πράξη του αυτή τιμωρείται από το Δία, ο ευεργέτης αυτός της ανθρωπότητας, γιατί τόλμησε να παραβεί τις θεϊκές εντολές.
ε) Αγαμέμνων. Μαζί με τις τραγωδίες Χοηφόροι και Ευμενίδες αποτελεί τριλογία (358πχ). Πρόκειται για τη γνωστή Ορέστεια, που μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Στον "Αγαμέμνονα", η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί το σύζυγό της, μόλις αυτός γυρνά από την Τροία.
στ) Χοηφόροι. Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος δολοφονούνται από τον Ορέστη, ο οποίος έτσι εκδικείται τον άδικο θάνατο του πατέρα του. Ο χορός αποτελείται από Τρωάδες που "φέρουν χοάς" (σπονδές) στον τάφο του Αγαμέμνονα.
ζ) Ευμενίδες. Αποτελεί την κάθαρση. Ο δολοφόνος της μητέρας του Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες (τύψεις). Στους Δελφούς, όπου καταφεύγει, παραπέμπεται στον άρειο πάγο της Αθήνας. Στη δίκη οι δικαστές ισοψηφούν και ο Ορέστης αθωώνεται με την ψήφο της Αθηνάς. Οι Ερινύες "εξευμενίζονται" και γίνονται Ευμενίδες.

Η ποίηση του Αισχύλου χαρακτηρίζεται "υψηλή". Οι ήρωές του παρουσιάζονται ως ατρόμητοι Μαραθωνομάχοι ή ως πλάσματα υπερφυσικά (Τιτάνες, Γίγαντες), όχι μόνο στις σωματικές διαστάσεις, αλλά και στο πάθος και στην καρτερία. Ανάλογη είναι και η μεγαλοπρέπεια της γλώσσας του.

Ο Αισχύλος έχει την κοινή αναγνώριση όλων των μεταγενέστερων. Το θαυμασμό όλων προς το έργο του συνοψίζει ο Β. Ουγκό: "... Είναι, γράφει, μεγαλόπρεπος και τρομερός, είναι βράχος απόκρημνος, χειμαρρώδης, βαραθρώδης και τόσο γιγάντιος που κάποτε γίνεται σωστό βουνό. Τον πλησιάζεις και τρέμεις. Έχει τον όγκο και το μυστήριο... Ο Αισχύλος μεταβάλλει τον άνθρωπο σε γίγαντα". Ο ίδιος πιστεύει επίσης ότι ο Αισχύλος μαζί με τον Όμηρο, τον Ησαΐα, τον Ιώβ, το Δάντη και το Σαίξπηρ αποτελούν τη στοά των ακίνητων γιγάντων του ανθρώπινου πνεύματος στη λογοτεχνία.

Τον Αισχύλο τον θαύμαζε και τον λάτρευε και ο λόρδος Βύρων. Ο Γκαίτε και ο Σέλλεϋ τον έχουν για πρότυπο, όταν γράφουν και αυτοί τραγωδία με θέμα τον Προμηθέα.

Κατά τη σύγκριση του Αισχύλου με τους άλλους δύο μεγάλους ομότεχνούς του, στον Αισχύλο αποδίδεται το ύψος, στο με τις διπλογοργόστροφες πετώντας τις φτερούγες μας.

Μόλις και καταφέραμε τη γνώμη του πατέρα μας
και κατά δω το φύσημα τ' ανέμου μας προβόδησε· Σοφοκλή το κάλλος και στον Ευριπίδη το πάθος. Στη δημιουργία του ύψους συμβάλλει η απουσία αναγνωρίσεων και αντιθέσεων χαρακτήρων, που αντίθετα υπάρχουν στο Σοφοκλή, και η προβολή του όγκου της μεγαλοπρέπειας και του ηθικού σθένους.

Ο Αισχύλος ονομάζεται δημιουργός της τραγωδίας. Είναι πραγματικά καινοτόμος. Πρόσθεσε το δεύτερο υποκριτή, ενώ ο Φρύνιχος χρησιμοποιούσε μόνον ένα. Μείωσε τα χορικά δίνοντας έτσι την πρώτη θέση στο διάλογο και έκανε μεγαλοπρεπέστερες τις ενδυμασίες των ηθοποιών.



Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης



Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα τον πρόλογο από το έργο του ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ σε μετάφραση: Ι. Γρυπάρη.



Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ


Κράτος
Να μας στα πέριορα τ' αλαργινά του κόσμου
στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους.
Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας
πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο

στα βράχια στους ψηλούς γκρεμούς να πεδικλώσεις
μ' αλύσων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια,
γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα,
-τ' άνθος σου εσένα- και το χάρισε τ' ανθρώπου.
Τέτοιο κρίμα χρωστάει λοιπόν να μας πλερώσει,

για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει
και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν' αφήσει.


Ήφαιστος
Κράτος και Βία, για σας η προσταγή του Δία
τέλειωσε και πια τίποτα δε στέκει 'μπόδιο·
μα εμέ, δε μου βαστά η ψυχή θεό συγγενή μου

στ' άγριο τούτο ποροφάραγγο να δέσω.
Όμως να σφίξω την καρδιά μου ανάγκη πάσα,
γιατί βαρύ 'ναι ν' αψηφώ του Δία το λόγο.

Ω εσύ με τα ψηλά φρονήματά σου, τέκνον
της ορθόβουλης Θέμιδας, θέλεις δε θέλω,

σ' αυτή την έρμη την κορφή θα σε καρφώσω,
π' ούτε φωνή και κανενός την όψη ανθρώπου
θα βλέπεις, μ' από του ήλιου τη φωτιά ψημένος
τ' άνθος της όψης σου θ' αλλάξεις και τη νύχτα
θα λαχταράς την πολυξόμπλιαστη να φτάσει,

να σκεπάσει το φως, ως να 'βγεί ο ήλιος πάλι
την αυγινή την πάχνη να σκορπίσει· κι έτσι
κάποιο θά 'χεις κακό να τυραγνιέσαι πάντα,
χωρίς να βρίσκεται ψυχή να σ' αλαφρώσει.
Τέτοιο έλαβες μιστό γι' αγάπη των ανθρώπων·
γιατί, θεός εσύ, δεν σκιάχτηκες των άλλων

την οργή των θεών και πήγες να προσφέρεις
στους ανθρώπους χαρίσματα πέρ' από το δίκιο,
που αντίς γι' αυτά, στον άχαρο το βράχο τούτο
ολόρθος κι άγρυπνος φρουρός θε να φυλάγεις,
δίχως τα γόνατά σου να λυγάς και θρήνους

πολλούς κι ανώφελα θα σκούζεις μοιρολόγια·
γιατί εύκολα δεν την γυρνάς του Δία τη γνώμη
κι είναι πάντα σκληρός ο κάθε νέος αφέντης.

Κράτος
Λοιπόν τι στέκεις κι άδικα ψυχοπονιέσαι
τον αντίθεο το θεό και να μη βράζει η οργή σου,
που πρόδωκε στον άνθρωπο τ' αξίωμά σου;

Ήφαιστος
Πολύ βαραίνει, συγγενής και φίλος να 'σαι.

Κράτος
Δε λέω· μα πάει να παρακούς και του πατρός σου
το λόγο; Και πως πιότερο δεν το φοβάσαι;

Κράτος
Δε λέω· μα πάει να παρακούς και του πατρός σου
το λόγο; Και πως πιότερο δεν το φοβάσαι;

Ήφαιστος
Πάντα σου εσύ σκληρός, πάντα κακία γεμάτος.

Κράτος
Δεν έχει διάφορο αν τον κλαίω· και συ μη χάνεις
σ' όσα δεν ωφελούν τον κόπο σου του κάκου.

Ήφαιστος
Αχ, τέχνη, πως με τα όλα μου σ' έχω μισήσει!

Κράτος
Τι να τη βαργομάς; γιατί, να πούμ' αλήθεια,
στα κακά τώρ' αυτά δε φταίει διόλου η τέχνη.

Ήφαιστος
Μ' άμποτε να τη λάχαινε κανένας άλλος

Κράτος
Όλα βαριά, εχτός να 'σαι των θεών αφέντης,

κι έξω από το Δία κανείς ελεύθερος δεν είναι.

Ήφαιστος
Σύμφωνος, και σ' αυτό λόγο να πω δεν έχω.

Κράτος
Κάνε λοιπόν και πέρνα του τις αλυσίδες,
να μη σε δεί και αργοπορείς ο Δίας ο πατέρας.

Ήφαιστος
Έτοιμα βλέπεις τα λυτάρια του είν' ομπρός σου.

Κράτος
Πεδίκλωσ' του μ' όλξ τη ζώρη σου τα χέρια,
χτύπα με τη βαριά, στο βράχο κάρφωνε τον.

Ήφαιστος
Τέλειωσε, να το, κι η δουλειά δεν πάει του μάκρου.

Κράτος
Πιο πολύ βάρα, σφίγγε, μην τ' αφήσεις λάσκα,
κι είν' άξιος να βγεί πέρα κι όπου δεν το ελπίζεις.

Ήφαιστος
Στεριώθηκε, που πια δε λει, το 'να του χέρι.

Κράτος
Τ' άλλο τώρα ζώστ' του γερά· να μάθει μ' όλες
τις μαστοριές, πως με το Δία δεν παραβγαίνει.

Ήφαιστος
Παράπονο, άλλος απ' αυτόν, λέω να μη μου 'χει.

Κράτος
ʼγρια σαγόνα τώρα σφήνας ατσαλένιας

πέρα για πέρα πέρνα του γερά στα στήθια.

Ήφαιστος
Οϊμένα, κλαίω, Προμηθέα τα βάσανά σου.

Κράτος
Τα ίδια μας πάλι; και για τους εχθρούς του Δία
θρηνείς; φυλάου μην κλάψεις για λογαριασμό σου.

Ήφαιστος
Βλέπεις πράμα, που μάτια δεν βαστούν να βλέπουν.

Κράτος
Βλέπω που βρίσκει αυτός ό,τι άξιζε να πάθει·
μα βαλ' του γύρω στα πλευρά μσκαλοζώστρες.

Ήφαιστος
Ανάγκη πάσα· κι οι πολλές φωνές σου ας λείπουν.

Κράτος
Και θα φωνάξω και θα γιουχάξω ακόμα.
Έρχου κάτω, κιρκέλωσ' του σφιχτά τα σκέλια.

Ήφαιστος
Να τέλειωσε κι αυτό και μ' όχι πολύ κόπο.

Κράτος
Χτύπα τώρα γερά τα καρφιά πέρα ως πέρα,
γιατ' έχεις δύσκολο κριτή σ' αυτό σου το έργο.

Ήφαιστος
Ταιριάζει αλήθεια η γλώσσα σου με τη μορφή σου.

Κράτος
Κάνε συ αν θες το μαλακό, και το δικό μου

μη μου χτυπάς σκληρόψυχο κι αυθάδη τρόπο.

Ήφαιστος
Πάμε· κι έχει ένα γύρο βρόχια στο κορμί του.

Κράτος
Μεγαλοπιάνου τώρα εδώ κι άρπαζε αν θέλεις
τα τίμια των θεών να φέρνεις στους ανθρώπους.
και τι μπορούνε τάχ αυτοί να σε συντρέξουν

στα βάσανά σου; ψεύτικα οι θεοί σου δίνουν
του Προμηθέα τ' όνομα, γιατί κι ο ίδιος
χρειάζεται έναν άλλο να βρείς προμηθέα,
για να 'θελε ξεμπλέξεις απ' αυτές τις τέχνες.

Προμηθεύς
Ω άγιε αιθέρα, κι ω γοργές φτερωτές αύρες,
πηγές των ποταμών, των θαλασσίων κυμάτων

χαμογέλασμα αναρίθμητο, κι ολωνών μάνα,
ω Γή! και συ που όλα τα βλέπεις, Ήλιε,
δείτε μ' εγώ θεός απ' τους θεούς τι πάσχω!
Κοιτάξτε, τι άτιμα βάσανα
με ξεσκίζουν, που αιώνες αμέτρητους

θα υποφέρω τραβώντας τα.
Γιατί τέτοιο ο καινούργιος άρχοντας
των θεών για μένα σοφίστηκεν
ατιμότατο δεσμό!
Τωρινές συμφορές, τρισαλίμονο,
κι όσες άλλες, στενάζω, μου μέλλονται,

ποτέ που τάχα μια άκρη θενά 'βρω;
Κι όμως τι λέγω; όλα εγώ από πριν τα ξέρω
ξάστερ' οσά 'ναι για να ΄ρθουν, ουδέ θα μ' έβρει
καμιά συμφορά ανέλπιστη· κι έτσι της μοίρας
το γραφτό· πρέπει πιο ελαφρά να υποφέρω,

μια που γνωρίζω πως κανείς με της ανάγκης
δεν ημπορεί τη δύναμη να πολεμήσει.
Μα πάλι ούτε να κλείσω ούτε να μην κλείσω
το στόμα μου μπορώ, γιατί, για να προσφέρω
στους ανθρώπους τα δώρα μου, έμπλεξα σε τούτες
ο δύστυχος τις συμφορές, και το κλεμμένο

πλερώνω μες στο νάρθηκα της φωτιά σπέρμα
που κάθε τέχνης δάσκαλος για τους ανθρώπους
έχει φανεί κι η πιο μεγάλη τους κυβέρνια.
Τέτοιο 'ν' το κρίμα που πλερώνω καρφωμένος
κάτω απ' τον ξέσκεπο ουρανό σ' αυτό το βράχο.

Α, α!

Ποιός αχός, ποια κρυφή μου ήρθε δω μυρουδιά;
Θεϊκιά τάχα ή ανθρώπινη, ή κι απ' τα δυό μαζί;
Σαν ποιός στο βράχο εδώ στα πέρατα της γης
ήρθε να δει τα βάσανά μου; ή τι να θέλει;
Με βλέπετε τον άμοιρο θεό δεσμώτη

τον εχθρό του Διός, που στην έχθρητα
και των άλλων θεών όλων έπεσα,
στην αυλή του Διός όσοι μπαίνουνε,
απ 'αγάπη πολλή των ανθρώπων.
Οϊμένανε, οϊμέ!
Τι 'ναι τούτο που τώρα κοντύτερα

σαν πουλιών αγρικώ φτεροθόρυβο
να σφυρίζει αλαφρά περιτόγυρα;
ό,τι και να 'ναι που φτάνει, το τρέμω.

Π Α Ρ Ο Δ Ο Σ

XOΡΟΣ

Μη φοβηθείς ολότελα· φίλοι 'μαστε που ερχόμαστε
σ' αυτό το βράχο, η συντροφιά μας,

γιατί ως τα βάθη της σπηλιάς
αχός σα βρόντημα βαριάς

επέρασε και μ' έκαμε να ξιπαστώ
και κατά μέρος τη δειλή
αφήνοντας τη συστολή

εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Οϊμένανε, οϊμέ!
Της πολύτεκνης κόρες Τηθύας
και που σ' όλη τη γη περιτρόγυρα
με τ' ακοίμητο ρέμα του στρέφεται

του πατέρα Ωκεανού θυγατέρες,
με τι δέσιμο ιδείτε, κοιτάξετε,
καρφωμένος σε τούτης της φάραγγας
τα ψηλά τα γκρεμνά,

φρουρά αζήλευτη θενά φυλάξω!

XOΡΟΣ

Τα βλέπω, Προμηθέα, κι εμπρός στα μάτια μου έτσι απλώθηκε

μια καταχνιά θολή, γιομάτη
με δάκρυα, που είδα πως σ' αυτόν απάνω τον ξερόβραχο
ξεραίνεται το σώμα σου σφιχταλυσοπερίπλεχτο
μες σε πεδούκλια ατσάλινα, π' αλύπητα το φτείρουνε.
Γιατί καινούργιοι κυβερνούν
θεοί το δοιάκι τ' ουρανού·
κι ο Δίας που εξουσιάζει τώρα δυνατά,

με νέους νόμους τους παλιούς
αντικατάστησε θεσμούς,
κι όσες δυνάμεις ήταν πριν, τώρα ποδοπατά.

εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μα είθε κάτω απ' τη γη, και πιο κάτω
κι απ' τον ʼδην ακόμη τον άραχλο
στον απέραντο Τάρταρο μ' έστελνε

σκληρά μ' άλυτα σίδερα ζώνοντας,
για να μην εγελούσαν τουλάχιστο
ή θεός ή όποιος άλλος στα πάθη μου.
Ενώ τώρα σαν ξέφαντο σκιάχτρο
τραβώ μ' όσα να χαίρονται οι εχθροί μου.

ΧΟΡΟΣ

Ποιος έχει απ' τους θεούς τόσο σκληρή καρδιά,
που με τα πάθη αυτά σου να γελά;
Τα βάσανα σου ποιος δε συμπονεί;
έξω απ' το Δία, γιατ' αυτός μ' οργή παντοτινή
και με τη γνώμη του που δεν αλλάζει

τη γέννα τ' Ουρανού δαμάζει·
και δε θα σταματήσει πριν
ή την καρδιά του χορτάσει,
ή μ' όποιον τρόπο την αρχή
κανείς την άπαρτη του αρπάοει.

ΠΡΟΜΗΘΕAΣ

Όμως έγνοια του, κι αν σε σκληρότατα
χεροπέδουκλα εγώ βασανίζομαι,

εχίμησα ανυπόδετη με το άρμα φτερωτό.

την ανάγκη μου ακόμα θα λάβει
των μακάρων ο Πρύτανης,
να του πω την καινούργια βουλή,
πως θα χάσει εξουσία και θρόνο.
Μα όλες τότε οι γητειές οι μελίγλωσσες

της πειθώς δε θα με ξεπλανέψουνε,
μ' ουδέ μπρος σε φοβέρες ζαρώνοντας
θα του τη φανερώσω, πριν τ' άδικα
μου αφαιρέσει δεσμά, και τις παίδειες μου
στρέξει αυτές να πλερώσει

XOΡΟΣ

Μα είσαι και συ θρασύς και στις πικρές σου αυτές
τη γνώμη δε λυγάς τις συμφορές.
Τη γλώσσα σου καθόλου δεν κρατείς
κι εμέ το νου μου ερέθισε φόβος πολύ βαρύς,
γιατί μ' αυτά που σου 'τυχαν φοβούμαι
και που θα σώσεις, διαλογούμαι,

να βρεις λιμάνι μια φορά
στα τωρινά βάσανα σου,
γιατ' είναι ασύντυχη η βουλή
του Δία κι αμάλαχτη η καρδιά του

πως το δίκιο κρατεί· μα στοχάζομαι
θα γενεί έναν καιρό μαλακόγνωμος
σαν του πέσει η βαριά στο κεφάλι·
μα μερώνοντας τότε την άκαμπτη
την οργή του σε αγάπης συνταίριασμα

μ' εμέ πρόθυμο πρόθυμα θα 'ρθει.

A΄ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

XOΡΟΣ

Όλα φανέρωσε μας τα, και ιστόρησε μας,
επάνω σε τι φταίξιμο σε βρήκε ο Δίας
κι έτσι άτιμα κι έτσι πικρά σε βασανίζει·
μάθε κι εμάς - αν δε σου φέρνει βλάβη ο λόγος.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ


Και να τα λέω πονώ, μα πάλι να σωπαίνω

πόνος κι αυτός, κι από παντού κακά και μαύρα.
Αμέσως π' αρχινήσανε οι θεοί την έχθρα
κι έπιασε η αμάχη να φουσκώνει ανάμεσα τους
κι άλλοι ζητούσανε να βγάλουν απ' το θρόνο
τον Κρόνο και να πάρει ο Δίας την εξουσία,

κι άλλοι το ενάντιο προσπαθούσαν, να μη γίνει
ποτέ του ο Δίας βασιλιάς - εγώ ζητώντας
το συμφερότερο να πείσω τους Τιτάνες,
τους γιους της γης και τ' Ουρανού, δεν μπόρεσα όμως·
γιατί καταφρονώντας τους γλυκούς τους τρόπους,
στου λογισμού τους την αποκοτιά, εθαρρούσαν

άκοπα με τη δύναμη τους να νικήσουν.
Μα εμένα μου 'χε η μάνα μου Θέμις και Γαία
(με τα πολλά της μια μορφή τα ονόματα της)
όχι μονάχα μια φορά το προφητέψει,
πως τίποτα δεν είναι με τη βία να γίνει,

μα με το δόλο όποιοι μπορέσουν θα νικήσουν.
Κι όταν εγώ τους τα 'λεγα και τα εξηγούσα
ούτε να στρέψουν να με δουν καταδεχτήκαν.
Το πιο καλό λοιπόν που 'χα να κάμω τότε,
ήταν να πάω με τη μητέρα και στο Δία

πρόθυμο πρόθυμος κι εγώ να παραστέξω.
Κι είναι δικιά μου συμβουλή που του Ταρτάρου
ο βαθυσκότεινος κρυψώνας τον σκεπάζει
τον παμπάλαιο Κρόνο με τους σύμμαχους του.
Κι όμως ενώ τέτοια καλά είδε από μένα

ο άρχοντας των θεών, μ' εξόφλησε με τούτη
την κακιά πλερωμή, γιατί κατάρα το 'χει
ο τύραννος να μην πιστεύεται σε φίλους.
Και τώρα αυτό που με ρωτάτε, για ποια αιτία
έτσι άτιμα μου φέρνεται, θα σας 'ξηγήσω.

Ευτύς που κάθισε στον πατρικό του θρόνο
κι αμέσως στους θεούς τιμές να ορίζει αρχίζει
άλλες και στον καθένα και να τους μοιράζει
με τάξη την αρχή, χωρίς όμως καθόλου
για τους ανθρώπους να γνοιαστεί, μα είχε στο νου του

να τους 'ξοντώσει ολότελα κι άλλους να σπείρει.
Σ' αυτά δε βρέθηκε κανείς ν' αντιμιλήσει,
μα εγώ μονάχα ετόλμησα, και τους ανθρώπους
έσωσα να μην κατεβούν στον Άδη στάχτη.
Γι' αυτό με τέτοιες συμφορές καταπονιούμαι,

αβάσταγες να τις τραβώ κι άθλιες να βλέπεις.
Κι ενώ όλη τη συμπόνια μου για τους ανθρώπους
έδειξα εγώ, δεν τ' αξιώθηκα να λάχω
κι ο ίδιος την όμοια, μα έτσι μ' έχουν διορθώσει
σκληρά - που ντρόπιασμα άτιμο του Δία να στέκω.

ΧΟΡΟΣ

Ατσάλι έχει καρδιά κι από πέτρα πλασμένος
όποιος στα πάθια τα δικά σου Προμηθέα,
δε συμπονά· μα εγώ δε χρειαζόμουν ούτε
να τα 'βλεπα, και ράγισε η καρδιά που τα είδα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Αλήθεια, ελεεινός οι φίλοι να με βλέπουν.

XOΡΟΣ

Μα πε μου, μην προχώρησες πιο πέρ' ακόμα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τους έπαυσα στα μάτια εμπρός να 'χουν τo χάρο

ΧΟΡΟΣ

Ποιο γιατρικό για την αρρώστια αυτή τους βρήκες;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τυφλές ελπίδες θρόνιασα μες στην καρδιά τους

ΧΟΡΟΣ

Μεγάλο αυτό στον άνθρωπο χάρισες κέρδος.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μα έξω απ' αυτά και τη φωτιά του 'δωσ' ακόμα.

ΧΟΡΟΣ

Ατσάλι έχει καρδιά κι από πέτρα πλασμένος
όποιος στα πάθια τα δικά σου Προμηθέα,
δε συμπονά· μα εγώ δε χρειαζόμουν ούτε
να τα 'βλεπα, και ράγισε η καρδιά που τα είδα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Αλήθεια, ελεεινός οι φίλοι να με βλέπουν.

XOΡΟΣ

Μα πε μου, μην προχώρησες πιο πέρ' ακόμα;

ΧΟΡΟΣ

Κι έχουν τη λαμπερή φωτιά οι λιγόζωοι τώρα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όπου πολλές μ' αυτή θα διδαχτούνε τέχνες.

ΧΟΡΟΣ

Λοιπόν για τέτοιες αφορμές και σένα ο Δίας -

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Άγρια παιδεύει, κι ούτε λέει για να λουφάξει.

ΧΟΡΟΣ

Κι εμπρός σου τέλος των βασάνων σου δε βλέπεις;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Άλλο κανένα, εκτός όταν αυτός το κρίνει.

ΧΟΡΟΣ


Πώς θα το κρίνει; και τι ελπίζεις; δεν το βλέπεις
πως έφταιξες; κι ότι έφταιξες, ούτε σε μένα
καρδιά μου κάνει να το λέγω, και σου δίνει
πόνο και σένα· μ' ας αφήσαμε αυτά τώρα
κι έλα, κοίτα να βρεις τρόπο για να γλιτώσεις.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Εύκολο είναι για κείνον που 'χει όξω το πόδι
απ' τα δεινά, να δίνει συμβουλές κι ορμήνειες
στο δυστυχή· μα εγώ τα γνώριζα όλα τούτα·
Ήθελα κι έφταιξα - ήθελα! και δεν τ' αρνιούμαι·
για να βοηθήσω τους θνητούς, βρήκα εγώ πόνους

και πάθια· μα δεν το 'λπιζα με τέτοιες παίδειες
πάνω σε γκρίφια ουρανοκρέμαστα να λιώσω
του έρημου αυτού κι απόκοσμου που 'λαχα βράχου.
Μα έτσι τα τωρινά μη μου θρηνείτε πάθη
κι ελάτε κάτω εδώ ν' ακούσετε την τύχη

που με προσμένει κι όλα μάθετε ως το τέλος.
Μη μου αρνηθείτε ό,τι ζητώ κι ελεηθείτε
έναν που πάσχει· η συμφορά όμοια γυρνώντας
πότε στον ένα κάθεται, πότε στον άλλο.

ΧΟΡΟΣ

Με τη γνώμη μας ήταν το κάλεσμα,

Προμηθέα, που μας έκαμες·
και με πόδι ελαφρό τώρ' αφήνοντας
το γοργόδρομο θρόνο μας
και τον πάναγνο αιθέρα, το πέραμα
των πουλιών, στην απόκρημνη
θα πεζέψω αυτή γης, για ν' ακούσω

πέρα ως πέρα τους πόνους σου.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Μακρινή πήρα στράτα και ξάκρισα
και σε σένα εδώ έφτασα,
Προμηθέα, κυβερνώντας με νόημα
και χωρίς χαλινάρια

το γοργόφτερο τούτο πετούμενο.
Γνώριζε το, συμπάσχω στα πάθη σου,
γιατί βέβαια πρώτα η συγγένεια
μ' αναγκάζει, μα κι έξω απ' αυτή
κανέν' άλλο σε μοίρα καλύτερη
από σε δε θα βάλω.

Θα το δεις και μονάχος σου, μάταια
πως δεν το 'χω να λέω γλυκόλογα·
κι έλα, πε μου, τι πρέπει να κάνομε,
γιατί φίλο πως έχεις ποτέ δε θα πεις
από μένα πιο βέβαιο, τον Ωκεανό.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Α! τι 'ναι τούτο; και λοιπόν και συ έχεις έρθει
τα πάθη μου να δεις; πώς τόλμησες ν' αφήσεις
τ' ομώνυμο σου ρέμα και τα θολωτά σου
τ' ατόφια σπήλια, στη σιδερομάνα ετούτη
για να 'ρθεις γη; κι έφτασες για να δεις αλήθεια

τα πάθη και τη μοίρα μου να συμπονέσεις;
Να, βλέπε φρίκη! αυτόν του Δία το φίλο, που είχε
μαζί ενεργήσει ν' ανεβεί στην εξουσία,
με τι τρόπο παιδεύομαι τώρ' απ' τον ίδιο.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Τα βλέπω, ναι, και θέλω, αν και γνωρίζω πόσον

είσαι σοφός, μια καλή γνώμη να σου δώσω·
Τον εαυτό σου γνώρισε κι άλλαξε τρόπους
σύμφωνους με τους νέους καιρούς, αφού και νέος
άρχοντας μέσα στους θεούς ορίζει τώρα.
Μ' αν θέλεις έτσι απόκοτα και τραχιά λόγια
να ρίχτεις, όσο κι αν ψηλά θρονιάζει ο Δίας,

πάντα θα σ' άκουγε, ώστε αυτά που απ' την οργή του
τώρα τραβάς, να φαίνονται παιχνίδι, αλήθεια.
Μ' άφησε πια, ταλαίπωρε, τη γνώμη που 'χεις
και κοίτ' απ' τα δεινά σου αυτά πώς να γλιτώσεις.
Ίσως παλαιικά σου φαίνονται όσα λέγω,

όμως, να, και τα επίχειρα ποια 'ναι της γλώσσας,
που τα πολύ περήφανα τα λόγια ξέρει.
Και συ ποτέ σου ταπεινός, ουδέ λυγίζεις
στις συμφορές, μα ζητάς κι άλλες να προσθέσεις
στις τωρινές· μ' αν θ' άκουγες τις συμβουλές μου,

στα κέντρα δε θα λάχτιζες, αφού το βλέπεις
πως είν' τραχύς και ανεύθυνος ο νέος μονάρχης.
Τώρα πηγαίνω εγώ και θα κοιτάξω αν είναι τρόπος
απ' τα δεινά σου αυτά να σε γλιτώσω.
Μα ησύχαζε και τα πολλά τα λόγια ας λείπουν.

Ή δεν το ξέρεις, μ' όλη τη σοφία την τόση,
πως γλώσσα αστόχαστη ζημιά δική της φέρνει;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Σε ζηλεύω που βρίσκεσαι έξω από αιτία,
μόλο που τόλμησες να λάβεις σ' όλα μέρος.
Μ' άφησ' με τώρα κι έγνοια σου από μένα· εκείνου
τη γνώμη βέβαια δε γυρνάς, γιατί δεν έχει

εύκολο τόσο αυτί· μόν' κοίταξε μην πάθεις
κι ο ίδιος τίποτε κακό απ' αυτό δρόμο.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Είσαι, καθώς φως φανερό μου τ' αποδείχνεις,
άλλους πολύ αξιότερους σοφούς να κάνεις

παρά τον εαυτό σου· μα μη μου αντικόβεις
το δρόμο που ξεκίνησα, γιατί το λέω
και το καυχιούμαι, πως αυτό το δώρο εμένα
θα κάμει ο Δίας κι απ' τα δεσμά θενά σε λύσει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Χάρη σου το χρωστώ και δε θα την ξεχάσω

όλη την τόση προθυμία που δείχνεις· όμως
μην κοπιάζεις, γιατί ανώφελα θα πάνε

για μένα οι κόποι σου, αν σκοπό το 'χεις κι αλήθεια·
Κάθου ήσυχος λοιπόν κι έξω απ' αυτά τραβήξου,
γιατί, αν εμένα ώρα κακιά με ήβρε, ποτέ μου
δε θα 'θελα 'ξαιτίας μου να πάθουν κι άλλοι.
Όχι· με φτάνει κι όσο τ' αδελφού μου η μοίρα

του Άτλαντα με πονεί, που στους Εσπέριους τόπους
στέκει στηρίζοντας στους ώμους την κολόνα
τ' ουρανού και της γης - κακοβάσταγο βάρος.
Κι ακόμα είδα και πόνεσα της Γαίας το θρέμμα
που 'χε μονιά του τις σπηλιές της Κιλικίας,

το γαύρο μ' εκατό κεφάλια τον Τυφώνα,
τέρας φριχτό, να τον δαμάζει η βία· κι είχε
κεφάλι σ' όλους τους θεούς σηκώσει ενάντια,
σφυρίζοντας με τ' άγρια του σαγόνια τρόμο
κι από τα μάτια του άστραφτε γοργόνειες φλόγες,
που 'θελ' από το θρόνο του το Δία να ρίξει·

μα ήρθεν επάνω του άγρυπνο του Δία το βέλος
ο κατεβάτης κεραυνός, φωτιά και λάβρα,
που από τις μεγαλόστομες τις κομποφάνειες
τον τράνταξε κι ίσα στο ψυχικό βαρώντας
στάχτη θρύψαλα βρόντησε τη δύναμη του.

Και τώρα ανώφελο κορμί παραριγμένο
κοντά σ' ένα της θάλασσας στενό θαμμένος
κάτω απ' το βάρος κείτεται βαθιά της Αίτνας
και στις κορφές της κάθεται σφυροκοπώντας
ο Ήφαιστος μύδρους, που από κει φωτιάς μια μέρα

θα ξεχυθούνε ποταμοί, μ' άγριες σαγόνες
της Σικελίας σπαράζοντας τους πλούσιους κάμπους·
τέτοιο ο Τυφώνας μάνισμα θενά ξεβράσει
με καυτά ρέματα άσμιχτης πύρινης μπόρας,
αν κι απ' του Δία τον κεραυνό καρβουνωμένος.

Μα εσύ έχεις κρίση κι από με δεν περιμένεις
να σε διδάξω· όπως μπορείς να σωθείς κοίτα·
κι εγώ τη μοίρα αυτή που με ήβρε θα υποφέρω
ώσπου η οργή μες στην καρδιά του Δία να πέσει.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Μα δεν το ξέρεις, Προμηθέα, κι αυτό: πως είναι

γιατρός τα λόγια πάνω στης οργής τη βράση;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όταν στην ώρα την πληγή κανείς μαλάζει
κι όχι να τη ζουλά σκληρά στο φόρμισμά της.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Κι όταν ένας τολμά το ζήλο του να δείξει,
ποια ζημιά βλέπεις; μάθε μου και με να ξέρω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Περιττό βλέπω κόπο κι άμυαλη ελαφρότη.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Άφησ' με στην αρρώστια αυτή, γιατί 'ναι κέρδος
σωστά να κρίνεις κι άλλος γι' άμυαλο να σ' έχει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Δικό μου θα φανεί το αμάρτημα αυτό να είναι.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Βλέπω, με στέλνει ο λόγος σου από κείθε πού 'ρθα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μην τύχει κι η συμπόνια μου σ' έχθρα σε ρίξει.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Τάχα του παντοδύναμου του νέου κυρίου;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Αυτόν φυλάγου, μήπως σου οργιστεί ποτέ του.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Δάσκαλο τη δική σου συμφορά θενά 'χω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Πήγαινε, τράβα· φύλαγε τη γνώση που 'χεις.

ΩΚΕΑΝΟΣ

Με βρίσκει ο λόγος σου έτοιμο να ξεκινήσω,
γιατί και το τετράποδο πουλί αναδεύει
στον πλατύ αιθέρα τα φτερά, που με χαρά του
στα δικά του παχνιά θα λύγιζε τα γόνα

Α' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο

ΧΟΡΟΣ

Προμηθέα, την ασύντυχη

μοίρ' αυτή σου θρηνώ
κι απ' τα μάτια μου αβάοτηγο
βρύση τρέχει
και την όψη μου βρέχει δάκρυ θερμό.
Γιατ' ο Δίας με νόμους δικούς του σκληρά
κι άθεα αυτά κυβερνά

και στους πριν τους θεούς με περήφανο χέρι
ακουμπάει στο λαιμό τους μαχαίρι.
Πέρα και πέρ' αντηχάει και περνά
πάσα χώρα οδυρμός,
κι όλα τώρα θρηνούν
τη δική σου και των δυο σου αδερφών

μεγαλόσχημη αρχαιόπρεπη τιμή.
Κι όσοι θνητοί κατοικούν
την αγία πλατιά Ανατολή
συμπονούν
τα δικά σου βαριόμοιρα πάθη.

Και μαζί της Κολχίδος οι ατρόμαχτες
στους πολέμους παρθένες,
κι οι ορδές των Σκυθών, που στην άκρη
της γης κάθονται γύρω
στη Μαιώηδα λίμνη,

Και της Άριας ο άρειος(1)ο ανθός
που κρατούν το ψηλόγκρεμνο κάστρο
κοντά στου Καυκάσου τα μέρη
και φρουμάζουν(2), τρομάρα στρατός,
μ' αθερόκοψες σπάθες στο χέρι

[Ένα μόνον ως τώρα έχω γνωρίσει
θεόν άλλο, που τέτοιο μαρτύριο άγριο
με πεδούκλια ατσαλένια δαμάζει,
τον Τιτάνα τον Άτλαντα - ω πόνοι!
που όλο πάντα το βάρος της γης

και τ' ουράνιου του θόλου σηκώνει
και βουβά 'ναστενάζει.]

Και συμπονώντας ο πόντος βογκά,
στενάζει ο βυθός,
κρυφανταριάζουν βαθιά
τα μαύρα της γης καταχθόνια
και με τ' αγνά ρέματα τους θρηνούν
των ποταμών οι πηγές

στου φριχτού μαρτυρίου αού την ψυχοπόνια.

Σημειώσεις:
(1) άρειος: πολεμικός, που εμπνέει ο Άρης
(2) φρουμάζω: χλιμιντρίζω σαν άλογο



Β' Ε Π Ε Ι Σ Ο Δ Ι Ο



ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μην το θαρρείτε ξιπασιά μου ή περηφάνια
που δε μιλώ· μες στη βουβή τη συλλογή μου
σπαράζομαι να βλέπω αυτή μου την κατάντια.
Κι όμως, στο βάθος, σε ποιον άλλο παρά εμένα

χρωστούνε οι νέοι αυτοί θεοί τις τιμές που 'χουν;
Μ' αυτά τ' αφήνω, κι είναι περιττό να κάνω
λόγο, γιατί τα ξέρετε· τώρα τα πάθη
των ανθρώπων ν' ακούσετε, πώς, ενώ πρώτα
σαν τα μωρά ήταν, νου τους έβαλα και φρένες·

κι όχι παράπονο μ' αυτούς πως έχω, μόνο
για να σας δείξω την καλή προαίρεση μου.

Και λοιπόν πρώτα βλέπαν και του κάκου έβλεπαν,

άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με ονείρων
μορφές σ' όλο το μάκρος της ζωής τους όλα

τα πάντα έτσι ανάκατα σύγχυζαν, κι ούτε
πλιθόχτιστα προσήλια σπίτια ξέραν, ούτε
τα ξύλα να δουλέυουν, μα σ' ανήλια σπήλια
χωσμένοι ετρύπωναν σαν τ' αχαμνά μερμήγκια.
Και ούτε χειμώνα εγνώριζαν βέβαιο σημάδι,

ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε του θέρους
του καρπερού κανένα, μα έτσι επορευόνταν
με δίχως κρίση, ώσπου τους έδειξα των άστρων
τις αξεδιάλυτες ανατολές και δύσεις

Κι εγώ τον αριθμό, την πιο τρανή σοφία,

και των γραμμάτων τα συνθέματα τους βρήκα,
της μνήμης, της μητέρας των Μουσών, εργάτες.
Κι έζεψα πρώτος στο ζυγό τα ζώα σκυμμένα
κάτω από ζεύγλες(1) και σαμάρια, για να παίρνουν
τους πιο μεγάλους πάνω τους κόπους του ανθρώπου.

Κι έδεσα χαλινόστεργα(2) τ' άλογα στο άρμα,
της αρχοντιάς της μεγαλόπλουτης καμάρι·
και τα θαλασσοπλάνητα δε βρήκεν άλλος
πάρεξ εγώ λινόφτερα(3) του ναύτη αμάξια.

Μα ο άμοιρος! ενώ ήβρα τέτοιες σοφές τέχνες

για τους ανθρώπους, τίποτα για με τον ίδιο
δεν έχω να σωθώ απ' αυτές τις συμφορές μου.

ΧΟΡΟΣ

Δε σου 'πρεπε αυτό που 'παθες· έξω απ' το νου
σου παραστρατείς και σαν κακός γιατρός, που πέσει
σ' αρρώστια, τα 'χασες και συ και δε γνωρίζεις

ποια φάρμακα να γιατρευτείς έχεις ανάγκη.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τ' άλλα ν' ακούσεις πιότερο θενά θαυμάσεις,
τι μηχανές σοφίστηκα και πόσες τέχνες·
κι η πιο μεγάλη - που αν κανείς ήθε αρρωστήσει,
δεν είχε αντίδοτο κανένα, ούτε να πάρει,

ούτε να πιει, ούτε αλειφτεί, και μαραινόταν
έτσι με δίχως γιατρικά, ώσπου εγώ πάλι
έδειξα τ' ανεκάτωμα λογής φαρμάκων
την πάσ' αρρώστια τους μ' αυτά να πολεμούνε.
Και τους πολλούς της μαντικής χώρισα τρόπους

κι έκρινα πρώτος, απ' τα ονείρατα ποια πρέπει
να βγουν αλήθεια, και τους έμαθα να κρίνουν
τ' αρπαχτά λόγια και τις συντυχιές του δρόμου.
Κι ακόμα τα πετάματα των άγριων όρνιων
όρισα καθαρά, ποια είναι δεξιά σημάδια

και ποια ζερβά, καθώς και τις συνήθειες που 'χουν,
τις έχθρες, τις φιλίες, τα συνταιριάσματά(4) τους.
Εγώ, και τι λογής τα σπλάχνα πρέπει να 'ναι,
τι χρώμα να 'χουν για ν' αρέσουν στους θεούς τους

και της χολής και του λοβού(5) τις τόσες όψεις·
και μες στη σκέπη τυλιχτούς καίοντας τους γοφούς(6)
και της ράχης το κόκαλο, δύσκολης τέχνης
το δρόμο στους ανθρώπους άνοιξα, και μάτια
στης φλόγας έδωσα τα πριν τυφλά σημάδια.

Μα έξω απ' αυτά και τα κρυμμένα μες στα σπλάχνα
της γης, χαλκό και σίδερο, χρυσάφι, ασήμι,
του ανθρώπου βοηθήματα, ποιος από μένα
πως τα ήβρε πρώτος θενά πει; βέβαια κανένας,
εκτός να φλυαρεί αν θέλει έτσι του βρόντου

Και μ' ένα λόγο σύντομο σου λέω να ξέρεις·
στον Προμηθέα χρωστούν οι άνθρωποι όλες τις τέχνες.

ΧΟΡΟΣ

Μα ενώ ωφελείς τον άνθρωπο πέρ' απ' το μέτρο,
στη δυστυχία μην παρατάς μονάχα εσένα·
μα εγώ έχω ελπίδα να λυθείς απ' τα δεσμά σου

κι όχι πιο λίγη δύναμη απ' το Δία να πάρεις.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Δεν είν' γραφτό απ' τη μοίρα τέτοιο ακόμα τέλος
αυτά να λάβουν, μα αφού δαμαστώ από μύρια
βάσανα, τότε θα λυθώ, γιατί έχει η τέχνη
πολύ πιο λίγη δύναμη απ' την ανάγκη.

ΧΟΡΟΣ

Και ποιος να κυβερνά το δοιάκι της ανάγκης;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μοίρες οι τρεις κι οι Ερινύες που δεν ξεχνούνε

ΧΟΡΟΣ

Ώστε είναι πιο απ' αυτές αδύνατος ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Βέβαια να φύγει απ' το γραφτό δε θα ήταν τρόπος.

XOΡΟΣ

Μα ενώ ωφελείς τον άνθρωπο πέρ' απ' το μέτρο,
στη δυστυχία μην παρατάς μονάχα εσένα·
μα εγώ έχω ελπίδα να λυθείς απ' τα δεσμά σου

κι όχι πιο λίγη δύναμη απ' το Δία να πάρεις.

Και τι άλλο του γραφτό παρά εξουσία αιώνια;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μ' όλα τα παρακάλια αυτό δε θα το μάθεις.

ΧΟΡΟΣ

Μυστήριο θα 'ναι βέβαια που έτσι τα κρύβεις.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Άλλη ομιλία ας αλλάζαμε, γιατί δεν είναι
καιρός γι' αυτό το λόγο, που όσο πιο κρυμμένος
πρέπει να μένει· κι έτσι μόνο αν τον φυλάγω,

απ' τ' άπρεπα δεσμά και πάθη θα γλιτώσω.

Σημειώσεις:

(1) ζεύγλα: ξύλινος ζυγός στο σβέρκο του ζώου
(2) χαλινόστεργος: αυτός που δέχεται να του περάσουν χαλινάρι
(3) λινόφτερα: φτερά από λινό ύφασμα, τα πανιά του πλοίου
(4) συνταίριασμα: συνδιαλλαγή, συμφιλίωση
(5) λοβός: το κάτω μέρος του πνεύμονα
(6) γόφος: γοφός, το οστό της λεκάνης

Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα τον πρόλογο από το έργο του ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ σε μετάφραση: Ι. Γρυπάρη.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

Β' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο

XOΡΟΣ

Μη μ' αξιώσει αντίδικη τη δύναμη του ο Δίας,
οπού τα πάντα κυβερνά,

να στήσει στη δική μου γνώμη ενάντια·
κι εγώ ας μη λείψω στους θεούς αγνής βοδιών θυσίας
να κάνω προσφορά
στ' άσωστα του πατέρα Ωκεανού ακρογιάλια,

κι ούτε ποτέ με λόγο ας αμαρτήσω,
μ' άσβηστη πάντα μες στο νου τη γνώμη αυτή ας κρατήσω.

Είναι γλυκό με θαρρετές ελπίδες της ζωής μου
όλες τις μέρες να περνώ,
και ν' ανασταίνω με χαρές καθάριες την ψυχή μου.

Μα εσένα - σύγκορμη σπαρνώ(1)
να βλέπω μύρια να ξεσκούν μαρτύρια, Προμηθέα,
γιατί, χωρίς να φοβηθείς το Δία,
πας στους ανθρώπους τους θνητούς με τη δική σου ιδέα
και δίνεις τόση αξία.

Άδωρο δώρο η χάρη τους· τι τ' όφελος, αλήθεια
και ποια από τους λιγόζωους βοήθεια;
Δεν το είδες; πόσο αδύναμο κι ολιγοδρανισμένο(2),
τυφλό σα μέσα σ' όνειρο ζαλεύει(3)
τ' ανθρώπινο κοπάδι ' μποδεμένο(4);

Όμως του Δία την πάνσοφη αρμονία
βουλή θνητού δεν την παρασαλεύει.

Το 'μαθ' αυτό, τα πάθη σου είδα τα φριχτά
κι ένας αλλιώτικος σκοπός
στο νου μου, Προμηθέα, πετά

όχι σαν κείνο που 'ψαλλα μια μέρα, όταν γαμπρός
στο νυφικό κρεβάτι σου μ' αριθμητά προικιά
την κέρδισες κι οδήγαες μόνος μόνη

την κόρη του πατέρα μου Ησιόνη.

Σημειώσεις:


(1) σπαρνώ: σπαράζω, χτυπιέμαι
(2) ολιγοδρανισμένος: αμήχανος, απαθής
(3) ζαλεύω: σαλεύω, σκιρτώ
(4) μποδεμένος: δυσκολεμένος, παγιδευμένος



Γ' Ε Π Ε Ι Σ Ο Δ Ι Ο

ΙΩ

Ποια χώρα; τι έθνος; ποιος τάχα είναι αυτός
που τον βλέπω σ' αυτό τον γκρεμνό καρφωτό
να τον δέρνουνε τέτοιες φουρτούνες;
Σαν τι κρίμα πλερώνεις μ' αυτή την ποινή,
που κακοθανατάς;

Πε μου, ω πε μου, σε ποια χώρα γης
να πλανήθηκα η μαύρη;

Αχ! Αχ!
Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος...(1)
να το, του Αργού το φάντασμα του γίγαντα·
βόηθα θεέ!
τον βλέπω, να, ο βοσκός με μύρια μάτια
που 'ρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά,

που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης,
μ' απ' τον κάτω κόσμο
βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά
στην άμμο του γιαλού την άθλια νηστικιά.

Και το σουραύλι του βαριά σφυρίζει ένα σκοπό

που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει.
Αλίμονο μου αλί! πού πάλι με τραβούν
οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί;
Σε τι με βρήκες να 'φταιξα, του Κρόνου γιε, σε τι;
και μες σε τέτοιες συμφορές μ' έζεψες, όίμέ,

κι έτσι με τυραγνάς τη μαύρη με άγριας τρέλας σκιάξιμο έξω νου;

Φωτιά ρίξε και κάψε με, ή χώσε με στη γης,
δώσε με στα θεριά του πέλαου να με φαν,
μα μη αποστρέψεις, θε μου, τις ευχές μου·

με σώνει όσοι με γύμνασαν μακροπαραδαρμοί,
και να μην ξέρω πού
τέλος θα βρουν οι συμφορές μου.
Ακούεις της βοϊδοκέρατης παρθένας τη φωνή;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Πώς δεν ακούω την οιστροκέντητη την κόρη

του Ινάχου, που φλογίζει την καρδιά του Δια
μ' έρωτα: κι όπου τώρα μισητή απ' την Ήρα
στους άσωστους γυμνάζεται άθελα της δρόμους;

ΙΩ

Πούθ' έχεις του πατέρα μου τόνομα συ ακουστά;
πέ μου της πολυπαθιασμένης,

ποιος είσαι, ποιός; πού, ώ δύστυχε, στην δύστυχην εμέ
μου τάπες έτσι αληθινά
και τη θεόσταλτη ωνομάτισες αρρώστεια,
πού με μαραίνει αλείφοντας με μανιακά κεντριά

κ' ήρθα μ' ακράτηγη φορά σκιρτόντας νηστικιά
από θεόργητες βουλές κατατρεμένη.
Μ' απ' τους δυστυχισμένους ποιοί
τόσα τραβούνε όσα εγώ;
Φανέρωσε μου ξάστερα τί άλλο με περιμένει·

νάναι να υπάρχη λυτρωμός και της αρρώστειας γιατρικό;
δείξε μου συ, αν το ξέρης.
Μίλα μου, φώτισε με εσύ
την άθλια την παραδαρμένη.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όλα θα σου τα πω, πού λαχταράς να μάθης,

με λόγια απλά και ξάστερα, δίχως να πλέκω
αινίγματα, μα όπως σε φίλους είναι δίκιο
ν' ανοίγης στόμα: Λοιπόν είμαι ο Προμηθέας
εγώ, πού στους ανθρώπους τη φωτιά έχω δώσει.

ΙΩ

Ώ, πού είδαν τόσο όλοι οι θνητοί καλό από σένα,
δύστυχε Προμηθέα, γιατί να πάσχης τέτοια;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ότι κ' έπαψα πια να θρηνώ τα δεινά μου

ΙΩ

Τότε λοιπόν αυτή τη χάρη δε μου κάνεις;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Λέγε ν' ακούσω, κι ό,τι μου ζητάς θα μάθης.

ΙΩ

Πέ μου, ποιος σ' αλυσόδεσε σ' αυτούς τους βράχους;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Του Δία είναι η βουλή και του Ηφαίστου το χέρι.

ΙΩ

Καί ποιο το κρίμα το βαρύ πού έτσι πλερώνεις;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είναι αρκετά κι αυτά πού σου έχω φανερώσει.

ΙΩ

Μα κάν δε θα μου πής να ξέρω ακόμη, πότε
τέλος θα δω η ταλαίπωρη στους παιδεμούς μου;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

θάταν καλύτερα για σε να μην το μάθης.

ΙΩ

Μη μου το κρύβης ό,τι 'ναι γραφτό να πάθω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Δε σ' το ζηλεύω αυτό πού μου ζητάς το δώρο.

ΙΩ

Λοιπόν γιατί μ' αργείς και δε μου λες τα πάντα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Φτάνει να θες, μα δεν τολμώ να σε ταράξω.

ΙΩ

Μη γνοιάζεσαι για με πιότερο κι απ' την ίδια.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ανάγκη, αφού έχεις τόση βία· και λοιπόν άκου.

ΧΟΡΟΣ

Μη ακόμα· δός κ' εμένα μέρας απ' τη χάρη·
πρώτα νακούσωμε απ' αυτή να μας πή η ίδια
τη συμφορά και τίς βαριόμοιρές της τύχες,
κι όσ' άλλα πιά της μέλλουνται, από σε ας τα μάθη.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Σε σένα στέκει, Ιώ, τη χάρη να των κάμης,
μια πού είναι μάλιστα κι αδερφές του πατρός σου·
γιατί και να κλαυτή κανείς και να θρηνήση
τα πάθη του, όταν θα βρή δάκρυα από κείνους
πού τον ακούουν, ο κόπος του δεν πάει του κάκου.

ΙΩ

Δε ξέρω πώς μπορώ να μη σας υπακούσω.
Ένα προς ένα, ξάστερα, θακούσετε όλα
πού ζητάτε από με, κι αν με ντροπή θα λέγω
τη θεόργητή μου συμφορά και της μορφής μου
το παράλλαμ' αυτό, πώς με βρήκε, τη μαύρη!

Συχνά τη νύχτα στην παρθενική μου κλίνη
ερχόνταν υπνοφαντασιές και με πλάνευαν
με λόγια δολερά: "ώ τρισευτυχισμένη,
πώς κάθεσαι τόσον καιρό παρθένα ακόμη,
ενώ σε περιμένει η πιο μεγάλη τύχη;
γιατ' έχει ο Δίας φλογιστή απ' του ερωτά σου

τα βέλη, και να μοιραστή ποθεί μαζί σου
τη γλύκα της αγάπης σου· μα μη αποστρέψης
του Δία τους γάμους κ' έβγα, κόρη, στα λειβάδια
της Λέρνας, στού πατέρα σου τα βοσκοτόπια,
για να χόρταση ο πόθος σου του Δία το μάτι."

Τέτοια όνειρα με τάραζαν όλες τίς νύχτες
την άμοιρη, ως που τόλμησα να κάμω λόγο
στον πατέρα γι' αυτά των ύπνων μου τα σκιάχτρα.
Καί κείνος στέλνει στην Πυθώ και στη Δωδώνη
συχνούς θεοπρόπους, για να μάθη, τί αν θα κάμη

ή τί αν θα πή, τους θεούς θέλει ευχαρίστηση.
Μα δυσοπείκαστους χρησμούς γυρνόντας φέρνουν,
σκοτεινά και τυφλά κι αξεδιάλυτα λόγια.
ως που μες στα πολλά ξάστερος ήρθε λόγος
στον Ίναχο, προστάζοντας και λέγοντας του

έξω απ' τα σπίτια κι απ' τη χώρα να με διώξη
για να πλανιέμαι απόλυτη στης γης τίς άκρες.
κι αν δε θελήση, κεραυνός φωτιά απ' το Δία
θαρθή π' όλο το γένος του θα ξολοθρέψη.

Σε τέτοιους του Λοξία χρησμούς υποταγμένος

μ' έβγαλε και μ' απόδιωξε μες απ' το σπίτι
άθελ' αυτός άθελα εγώ· μα να το πράξη
με βία του Δία τον έσφιγγε το χαλινάρι.
Κι αμέσως μου παράλλαξε η μορφή κι ο νους μου.
κ' έτσι με κέρατα στο μέτωπο, ως με βλέπεις,
μ' οξύ κεντρί βοϊδόμυιγας φαρμακεμένη

με ξώφρενα σκιρτήματα κατά το ρέμμα
της Κέρχνης χύμηξα και τίς πηγές της Λέρνας.
και βοϊδολάτης γίγαντας ατόφυος, ο Άργος,
ξακλούθα μέ ειχε ο αμέρωτος με μύρια μάτια

πίσω απ' τα χνάρια μου· ως που απάντεχος ο Χάρος
τον πήρε ξάφνου, μα με θεϊκιά βουκέντρα
μυιγοκέντητη εγώ σε γη από γης πλανιούμαι.

Άκουσες όσα τράβηξα· τώρ' αν γνωρίζης
να πής όσα μου λείπουνται, φανέρωσε τα,
δίχως να θες από έλεος να με θερμάνης

με ψευτοπαρηγόριες· γιατί, λέω, δεν είναι
άλλη πιο αίσχρή απ' τα πλαστά τα λόγια αρρώστεια.

ΧΟΡΟΣ

Αχ! Αχ!
μακριά κι όξω από μας!
ποτέ δεν τόλεγα ποτέ
παράξενα έτσι πράματα
ν' αρθούν στην ακοή μου

κ' έτσι άστεργα ανυπόφερτα
παθήματα, βδελύγματα, σκιαξίματα
με δίστομο κεντρί
να μου μαργώσουν τη ψυχή μου.

τα πάθη σου είδα κ' έφριξα.
ώ μοίρα, μοίρα, αλλοί μου!

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Πρίν της ώρας θρηνείς και πήρες ένα φόβο...
περίμεν' ως που και τα επίλοιπα να μάθης.

ΧΟΡΟΣ

Λέγε, φανέρωνε τα· κ' είναι στους αρρώστους
καλό να ξέρουν από πρίν, τί τους προσμένει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Εύκολα πριν πετύχατε από με τη χάρη
πού μου ζητήσατε· γιατί θέλατε πρώτα
νακούσετε απ' αυτήν τα πάθια της την ίδια.
ακούτε τώρα και τα επίλοιπα, όσα πρέπει
από την Ήρα η κόρη αυτή να δοκιμάση.

και συ, του Ινάχου σπέρμα, βάλ' τα μες στο νου σου
τα λόγια αυτά, τους δρόμους σου για να γνωρίζης.
Πρώτ' απ' εδώ προς του ήλιου στρέφοντας το βγάλμα
θα προχωρής γραμμή σ' ανόργωτα χωράφια
και στους σκηνίτες Σκύθες θέ να φτάσης, πόχουν

σπίτια, στέγες πλεχτές ψηλά πάνω σ' αμάξια,
αρματωμένοι με μακρόρριχτα δοξάρια·
μην τους σιμώσης· μα στριμώχνοντας τα χνάρια
στους κυματόχτυπους γκρεμνούς βγαίνε απ' τη χώρα.
Έπειτα απ' το ζερβί το χέρι οι σιδεράδες

Χάλυβες κατοικούν, που πρέπει ν' αποφύγης,
γιατ' είν'ανήμεροι άνθρωποι κ' εχθροί στους ξένους.
Κ' ύστερα στον Υβρίστην - όνομα και πράμα -
θα φτάσης ποταμό, πού εύκολα δεν περνιέται,
παρ' όταν έρθης στου Καυκάσου αυτό το μέρος,

του πιο ψηλού βουνού, πού ο ποταμός ξεχύνει
κατώκορφα την άφρη του· κι αφού περάσης
τις αστρογείτονές του αυτές κορφές, θα στρέψης
το δρόμο νοτινά, και κεί τις αντρομάχες
Αμαζόνες θα βρής, πού κάποτε θέ νάρθουν

να κατοικήσουν τη Θεμίσκυρα, τριγύρω
στο Θερμώδοντα, ως πέρα στη Σαλμηδυσσία
τη γλώσσα, εχθρή στους ναύτες και μητρυιά στα πλοία·
αυτές και πάρα πρόθυμα θα σ' οδηγήσουν
και στον Κιμμέριο τον πορθμό θαρθής, στης λίμνης
τάνοιγμα επάνω το στενό, πού μ' όλη πρέπει

την τόλμη της καρδιάς ναφήσης κ' ίσα αντίκρυ
να σχίσης το Μαιωτικό πορθμό, πού ως τόσο
λόγος πολύς θα μείνη πάντα στους ανθρώπους
απ' αυτό σου το πέρασμα, κι απ' τόνομα σου
Βόσπορος θέλει ονομαστή· κ' έτσι απ' τη χώρα

της Ευρώπης θαρθής στα μέρη της Ασίας.
Λοιπόν τί λέτε; δε σας φαίνεται ο δεσπότης
πώς είναι των θεών όμοια σκληρός στα πάντα,
πού για να θέλη, αυτός θεός, θνητής γυναίκας
ν' απολαύση τον έρωτα, την έρριξε σε τέτοιους
κατατρεμούς; κ' ηύρες των γάμων σου μνηστήρα

πικρό, κόρη φτωχή, γιατ' όσα έχεις μ' ακούσει
δεν είναι, ξέρε το, ουδ' αρχή των συμφορών σου.

ΙΩ

Αλλοί μου, αλλοί! Άχ! Άχ!

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Πάλι θρηνείς και σκούζεις· τότε τί θα κάμης.
όταν θ' ακούσης και τα επίλοιπα της πάθη;

ΧΟΡΟΣ

Μένουν αλήθεια κι άλλα να της πής ακόμα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ολόκληρο άγριο πέλαγο μαύρης φουρτούνας.

ΙΩ

Τότε τί μ' ωφελεί να ζω κ' ευτύς δεν τρέχω
πάνω απ' αυτόν να γκρεμνιστώ το ξερό βράχο
και βροντημένη καταγής να γλύτωνα έτσι

απ' όλα τα δεινά; κάλλιο κανείς να πάη
μια και καλή, παρά να τυραγνιέται αιώνια.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Πόσο βαριά θα βάσταες τους δικούς μου πόνους,
πού να πεθάνω εγώ δε μου είναι πεπρωμένο!
γιατ' έτσι, θέ να γλύτων' απ' τα βάσανα μου·

μα τώρ' άλλο δεν βλέπω μπρος κανένα τέλος
στα πάθη μου, πριν πέση ο Δίας από το θρόνο

ΙΩ

Τη βασιλεία ποτέ μπορεί να χάση ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Θάχαιρες βέβαια νάβλεπες μια τέτοια τύχη.

ΙΩ

Καί πώς να μη; πούν' αφορμή της συμφοράς μου;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μπορείς λοιπόν να χαίρεσαι, γιατί θα γίνη.

ΙΩ

Κι από ποιόν θέλει της αρχής τα σκήπτρα χάσει;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Απ' τίς δικές του μόνος του τις μάταιες γνώμες.

ΙΩ

Καί με ποιο τρόπο; ιστόρησε μου το, αν δε βλάφτη.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Γάμο θα κάμη τέτοιο, πού θα μετανοιώση.

ΙΩ

Με θεά ή με θνητή; δε μου το λες, αν κάνη;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τί μ' όποια; αυτό άπ' το στόμα μου δεν πάει νάβγη.

ΙΩ

Καί θα ξεθρονιστή λοιπόν από γυναίκα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Παιδί, απ' τον ίδιο πιο τρανό, θα του γέννηση.

ΙΩ

Καί ν' αποφύγη το κακό δεν είναι τρόπος;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κανείς, έξω αν εγώ λυθώ από τα δεσμά μου.

ΙΩ

Ποιος να σε λύση, δίχως να το θέλη ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είναι γραμμένο κάποιος νάναι από δικούς σου.

ΙΩ

Πώς είπες; γυιός μου τάχα λες να σε λύτρωση;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Από τρείς κι άλλες δέκα σου γενιές κατόπι.

ΙΩ

Αυτούς σου τώρα τους χρησμούς πια δεν τους νοιώθω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τότε μη θες και τάλλα σου να μάθης πάθη.

ΙΩ

Τη χάρη μια πού μόταξες μην πάρης πίσω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Το ένα απ' τα δυο πού είχα να πω θα σου χαρίσω.

ΙΩ

Πέ μου ποια 'ναι τα δυο κι άφις με να διαλέξω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Σ' αφήνω, διάλεξε· ή τα επίλοιπα σου πάθη
καθαρά να σου πω, ή ποιος θα λύση εμένα.

ΧΟΡΟΣ

Απ' τίς δυο χάρες θέλησε τη μια να κάμης
εμένα και την άλλη αυτής· μη μου λες όχι.
μα πέ σ' αυτήν τους δρόμους πόχει ακόμα πίσω,

και μένα αυτό πού επιθυμώ, ποιος θα σε λύση.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Στην τόση σας επιθυμία δεν είναι τρόπος
ν' αντισταθώ, κι όλα θα σας τα πω πού ακόμα
λαχταράτε ν' ακούσετε· και πρώτα εσένα
τους πολυπλάνητούς σου, Ιώ, θα πω τους δρόμους,
και γράφ' τους στα θυμητικά του νου δεφτέρια.

Αφού θέ να διαβής το ρέμμα πού χωρίζει
τη μια άπ' την άλλην ήπειρο, θα στρέψης κάτω
στην πυρωμένη ανατολή πού δέρνει ο ήλιος,
και του πελάου το σάλαγο περνόντας θάρθης
κατά τους κάμπους τους Γοργόνειους της Κισθήνης,
πού οι τρείς παμπάλαιες κατοικούν Φορκίδες κόρες

κυκνόμορφες, μονόδοντες, μ' ένα μονάχα
μάτι και για τίς τρείς των, πούδε του ήλιου αχτίδες
ποτέ τίς βλέπουν, ουδέ της νυχτιάς φεγγάρι.
Κ' οι ανθρωπομίσητες κοντά τρείς αδερφές των
οι φτερωτές και φιδοπλόκαμες Γοργόνες,

πού άνθρωπος να τίς δη, δεν έχει πια να ζήση·
και σου το λέω αυτό τα μέτρα σου να λάβης.
Μ' άκουσε κι άλλο φοβερό θέαμ' ακόμη·
γιατί και τους ακρόχολους του Δία τους σκύλους
τους Γρύπες, με το σουβλερό μουσούνι, πρέπει
να φυλαχτής κι απ' το στρατό τον καβαλλάρη

των μονοφθάλμων Αριμάσπων, πού στίς όχθες
του χρυσορρόα του Πλούτωνα κάθουνται γύρω.
αυτούς μην τους ζυγώνης συ· και θέ να φτάσης
σε χώρα αλαργινή μαύρων ανθρώπων πέρα
κατά του Ήλιου τίς πηγές, πού τους ποτίζει
ο Αιθίοπας ποταμός· αυτού τίς όχθες πάρε

και τράβα ως πού να βρής τον καταρράχτην, όπου
τ άγια καλόπιοτα νερά του κατεβάζει
ο Νείλος ποταμός από τα Βύβλινα όρη·
κι αυτός στην τρίγωνη θα σε στρατέψη χώρα,
την Αίγυπτο, όπου την τρανή την αποικία

εσύ κ' οι γυιοί σου είναι γραφτό να θεμελιώσης.
Αν τίποτ' απ' αυτά ψευδό και δεν το νοιώθεις,
ρώτα με πάλι ξάστερα να σου εξηγήσω·
γιατ' άδειαν έχω πιότερη κι απ' όση θέλω.

ΧΟΡΟΣ

Αν μένη απ' τους πολύφθορους αυτής τους δρόμους,

ή έχεις αφήσει τίποτε να πής ακόμη,
λέγε· μ' αν όλα τάχης πή, κάμε τη χάρη
και μας πού σου ζητήσαμε· βέβαια θυμάσαι.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όλη ως το τέλος την πορεία της έχει ακούσει
αυτή· μα για να δη πως δε μιλώ του βρόντου,

θα πω κι όσα πρίν έρθη εδώ είχε περάσει,
δίνοντας τούτο απόδειξη για τάλλα πού είπα·
και για ναφήνω τα πολλά κι άδικα λόγια
ευτύς στον τελευταίο σου θαρθώ το δρόμο.
Λοιπόν αφού έφτασες στων Μολοσσών τη χώρα

και κατά τη ψηλόρραχη Δωδώνην, όπου
του Δία του Θεσπρωτού μαντεία κι ο θρόνος είναι
και, θάμ' άπίστευτον, οι δρύες οπού μιλούνε
και πού σε καληνώρισαν ξάστερα κι όχι
μ' αινίγματα "τή σεβαστή του Δία γυναίκα"

- σού αγγίζει την καρδιά τίποτ' απ' όλα τούτα;
από κεί ο οίστρος σ' έσφιξε κ' έδωσες δρόμο
κατάγιαλα προς τον πλατύ της Ρέας τον κόρφο,
απ' όπου πίσω γύρισες σε νέες φουρτούνες.
Μα σε μελλούμενους καιρούς αυτός ο πόντος

Ιόνιος θα ονομαστή, σου λέω να ξέρης,
για να θυμάει το δρόμο σου σ' όλο τον κόσμο.
Σημάδια λοιπόν έχε αυτά, πως βλέπει κάτι
πιότερο κι απ' το φανερό εμένα ο νους μου.
Τώρα για σας κι αυτήν μαζί θα πω όσα μένουν

γυρνόντας πίσω στα παλιά των λόγων χνάρια.

Στην άκρη άκρη της γης του Νείλου είναι μια πόλη,
ο Κάνωβος, στίς ίδιες εκβολές του επάνω·
εδώ σε φέρνει πάλι ο Δίας στα λογικά σου
μ' άσφαλτο χέρι αγγίζοντας - μ' επαφή μόνο.

κ' έτσι απ' το Δία μαύρο γυιό θέ να γεννήσης,
τον Έπαφο με τόνομα, πού όση ποτίζει
χώραν ο Νείλος ο πλατύς θα εξουσιάση.
Κι απ' αυτόν πέμπτη γενεά οι πενήντα κόρες
στο Άργος θαρθούνε πίσω, δίχως να το θέλουν,

για ν' αποφύγουν το συγγενικό το γάμο
με τους ξαδέρφους των, πού ποθοπλανταγμένοι,
σαν τα γεράκια απόκοντα στίς περιστέρες,
κυνηγόντας θαρθούν ακυνήγητους γάμους.
Μα ο Θεός δε θα τους αξίωση να χαρούνε

τα σώματα τους· κι από θηλυκειάν αντρεία
και νυχτοφύλαχτην αποκοτιά πεσμένους
θα δεχτή η γη του Πελασγού, και καθενός των
θα πάρη η καθεμιά γυναίκα τη ζωή τους,
μπήχνοντας δίστομο σπαθί μες στίς σφαγές των.
Τέτοιος να πέφτη o Έρωτας και στους εχθρούς μου!

Μόνο μιαν άπ' τίς κόρες θα γητέψη η αγάπη,
να μη σφάξη το ταίρι της και με τη γνώμη
στομωμένη, κάλλιο άπ' τα δυο θα προτίμηση
άναντρη ν ακουστή η μιαρή αντροφόνα.
Αυτή γενεά βασιλική θέ να γεννήση

στο Άργος· μα θάθελε πολλά λόγια όλα τούτα
να λέω καταλεπτώς· μα όπως και νάναι, θάβγη
τοξότης απ' το σπέρμα αυτό ξακουστός ήρως,
πού απ' τα βάσαν' αυτά και μένα θα λύτρωση.
Τέτοιο κρατώ χρησμό απ' την πανάρχαια Θέμη
την Τιτανίδα τη μητέρα μου, μα θέλει

πολύν καιρό, το πώς και τί να σου ιστορήσω
και συ δε θάχες διάφορο να μου τ' ακούσης.

ΙΩ

Άχ! αλλοί κι απ' αλλοί!
Πάλι αρχίζει σπασμός και μανίας ταραγμός
να πυρώνη το νου μου, και τρέλλας κεντρί

με φωτιά δίχως φλόγα μ' ανάφτει.
Μες στα στήθια από τον τρόμο λαχτίζ' η καρδιά,
τροχοφέρνουν τα μάτια ένα γύρο
κι όξω δρόμου με παίρνει και φέρνει όξω νου
η άγρια μπόρα της λύσσας και δεν κυβερνώ

πια τη γλώσσα· μα λόγια άλλ' άντ' άλλα θολά
με της μαύρης τα κύματα της συμφοράς
μιαν έρχονται, μια πάνε.


Σημειώσεις:
(1) οίστρος· η αλογόμυγα, η βοϊδόμυγα



Γ' Σ Τ Α Σ Ι Μ Ο

ΧΟΡΟΣ

Σοφός αλήθεια ήταν σοφός,
που πρώτος τόζυασε στο νου του
και τόβαλε σε μύθο: πως

πολύ πιο κάλλιο είναι κανείς
μ' όμοιους του να συμπεθεριάζη
κι άνθρωπος χεροδουλευτής
μ' όσους τα πλούτη τα μεγάλα χαίρουνται,
μ' όσους στην αρχοντογενιά τους 'παίρουνται
γάμους αταίριαστους να μην ταιριάζη.

Μη μ' αξιώσετε ποτέ,

σεβάσμιες Μοίρες, να με δούνε
νύφη στην κλίνη του Διός·
μηδ' απ' τον ουρανό θεός
πως μ' εζευγάρωσε γαμπρός να πούνε.
Τρομάζω την αμάλαγη πού βλέπω της Ιώς
κι άστεργη παρθενιά
να φτείρεται μ' όσους τραβά παραδαρμούς
και κακοπλάνητους διωγμούς

απ' τη σκληρή της Ήρας απονιά.

Σύμφωνος γάμος ταιριαστός - τέτοιον εγώ τιμώ
και τέτοιος φόβο δε μου φέρνει·
κι ας μήν τ' αξιωθώ κανείς απ' τους μεγάλους τους θεούς
μ' ερωτικιά άφευχτη ματιά πάνω σε με να γέρνη.
Μαζί τους απολέμητος ο πόλεμος αυτός

κ' είναι κακού προξενητής
κι ουδέ έχω τί θα γίνω·
γιατί δε βλέπω τη βουλή του παντοδύναμου θεού

πως θάταν ν' αποφύγω.

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι όμως μ' όλη την έπαρση του νου του ο Δίας
θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί έναν τέτοιο
γάμο ετοιμάζεται να κάμει, που απ' το θρόνο

κι απ' την αρχή του ολοάφαντο θενά τον ρίξει-
κι έτσι θα πιάσει ολότελα τότε η κατάρα
που του 'δίνε ο πατέρας του ο Κρόνος, όταν
γκρεμνίζονταν απ' τους πανάρχαιους του θρόνους.
Μα πώς να στρέψει τέτοια συμφορά, κανένας

δε θα είχε άλλος θεός άσφαλτο να του δείξει
έξω από με· μόν' εγώ ξέρω πώς και πότε.
Μα τώρα ας κάθεται άγνοιαστος και θαρρεμένος
στους ψηλόβροντους χτύπους του και μες στα χέρια
τινάζοντας τα πύρινα τ' αστροπελέκια·

όμως καθόλου αυτά δε θενά τον γλιτώσουν
απ' το άτιμο το πέσιμο στην καταφρόνια

γιατί ετοιμάζει τώρα ο ίδιος του εαυτού του
αντίπαλο απολέμητο, τέρας αντρείας,
που πιο καλή απ' τον κεραυνό θενά 'βρει φλόγα,
κι ανώτερο από τη βροντή τρομερό χτύπο,
και που στάχτη θα κάμει και του Ποσειδώνα

την κοσμοσείστρα τρίαινα, σύνεργο ολέθρου.
Μα όταν πέσει σ' αυτή τη συμφορά, θα μάθει
πως άλλο να 'ν' κανείς αφέντης κι άλλο δούλος.

Κι όμως μ' όλη την έπαρση του νου του ο Δίας
θα γίνει ακόμα ταπεινός· γιατί έναν τέτοιο
γάμο ετοιμάζεται να κάμει, που απ' το θρόνο

ΧΟΡΟΣ

Τι σε συμφέρει κακομελετάς του Δία.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όσα θα γίνουν κι όσα επιθυμώ προλέγω.

ΧΟΡΟΣ

Κι είναι να ελπίζεις πως ποτέ θα πέσει ο Δίας;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι άλλα πιο αβάσταχτ' απ' αυτά κακά θα πάθει.

ΧΟΡΟΣ

Και δε φοβάσαι εσύ να πετάς τέτοια λόγια;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τι να φοβούμαι, αφού δεν μπορεί να πεθάνω;

ΧΟΡΟΣ

Μα ίσως και σ' άλλους πιο σκληρούς σε ρίξει μόχτους.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ό,τι έχει ας κάμει, κι όλα εγώ τα περιμένω.

ΧΟΡΟΣ

Είναι σοφοί, μπρος στην Αδράστεια όσοι σκύβουν.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Σέβου, προσκυνά, χάιδευε πάντα σου εκείνον
που κρατά την αρχή· μα εγώ το Δία πιο λίγο
ψηφώ κι απ' το μηδέν· ας κυβερνά κι ας κάνει
της κεφαλής του, όσος καιρός του μένει ακόμα·

γιατί δε θα 'ναι των θεών κύριος για πάντα.
Μα βλέπω τώρα αυτό του Δία τον ταχυδρόμο,
του νέου του βασιλιά τον πρόθυμο υπηρέτη,
που κάποιο βέβαια μήνυμα θα 'ρθε να φέρει.

ΕΡΜΗΣ

Σε σένα το σοφό, που 'σαι γιομάτος πίκρα,

που στους θεούς αμάρτησες και πήες να δώσεις
στους ανθρώπους τιμές, της φωτιάς λέω τον κλέφτη,
στέλνει ο πατέρας προσταγή να φανερώσεις
αυτούς τους γάμους, που κομπάζεις πως θα γίνουν
τάχ' αφορμή τους θρόνους του να χάσει εκείνος·
κι αυτά, όχι μ' αινίγματα και στριφτά λόγια

μα ένα προς ένα ξάστερα, μηδέ με βάλεις
να κάμω διπλούς δρόμους, γιατί βέβαια βλέπεις
πως δε μαλάζεται εύκολα ο Δίας με τέτοια.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μεγαλόστομα λόγια κι έπαρση γιομάτα
καθώς ταιριάζουν στων θεών τον υπηρέτη.

Νέοι, με χθεσινή εξουσία και θαρρείτε
πως πύργους έχετ' άπαρτους· μα εγώ δεν είδα
δυο βασιλιάδες απ' αυτούς να γκρεμνιστούνε;
και τρίτο αυτόν θα δω, που βασιλεύει τώρα,
πολύ γρήγορα και άτιμα· μήπως σου μοιάζω

πως δείλιασα και σκιάχτηκα τους νέους θεούς σου;
μακριά από μένα αυτή η ντροπή· μα εσύ το δρόμο
που πήρες να 'ρθεις, βιάσου να γυρίσεις πάλι
κι απ' όσα με ρωτάς τίποτα δε θα μάθεις.

ΕΡΜΗΣ

Μα με τις τέτοιες σου και πριν τις κομποφάνειες(1)

σ' αυτές τις συμφορές καλό λιμάνι βρήκες.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μ' αυτή σου, ξέρε το καλά, τη λάτρα που 'χεις
εγώ ποτέ δε θ' άλλαζα τη συμφορά μου·
και βέβαια πιο καλά σ' αυτό το βράχο σκλάβος
παρά να ' μαι άγγελος πιστός του Δία πατέρα.

Έτσι δίκιο να βρίζονται κείνοι που βρίζουν.

ΕΡΜΗΣ

Τα 'χεις καμάρι φαίνεται τα βάσανα σου.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Καμάρι; έτσι άμποτε να δω να καμαρώνουν
οι εχθροί οι δικοί μου· και μ' αυτούς και σένα βάζω.

ΕΡΜΗΣ
Μη ρίχνεις τάχα φταίξιμο γι' αυτά και μένα;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μ' ένα λόγο, μισώ τους θεούς όλους, όσοι
είδαν καλό κι έτσι άδικα μου το πληρώνουν.

EΡΜΗΣ

Βλάβη έχει ο νους σου όχι μικρή μ' αυτά π' ακούω.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ίσως, αν να μισείς εχθρούς του νου είναι βλάβη.

ΕΡΜΗΣ

Θενά 'σουν όχι υποφερτός, αν ευτυχούσες.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Αλίμονο!

ΕΡΜΗΣ

Αλίμονο, το λόγο αυτό δεν ξέρει ο Δίας.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μα όλα ο χρόνος που γερνά μας τα μαθαίνει.

ΕΡΜΗΣ

Κι όμως εσύ δεν έμαθες ακόμα γνώση.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Αλήθεια, αλλιώς με δούλο εσέ δε θα μιλούσα.

ΕΡΜΗΣ

Φαίνεται δε θα πεις ό,τι ζητά ο πατέρας.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μα βέβαια, χάρη που χρωστώ να του πληρώσω!

ΕΡΜΗΣ

Σαν να 'μουν δηλαδή παιδί με περιπαίζεις.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Παιδί κι ακόμα πιο άμυαλος δεν είσαι τάχα,
αν περιμένεις τίποτ' από με να μάθεις;
μα δεν υπάρχει βάσανο και καμιά τέχνη

που ο Δίας θα με κατάφερνε το μυστικό μου
να πω, πριν τ' άτιμα μου αυτά δεσμά λυθούνε.
Κι έτσι λοιπόν ας πάει να σκα η πυρφόρα η φλόγα,
με τουλούπες(2) λευκόφτερες χιονιάς κι υπόγειους
ας σει τα πάντα βροντισμούς κι ας συνταράζει,

μα εμένα τίποτ' απ' αυτά δε θα λυγίσει,
που να του πω από ποιον το θρόνο του θα χάσει.

ΕΡΜΗΣ

Βλέπε αν σου φαίνονται όλα αυτά πως σ' ωφελούνε.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τώρ' από μιας και τα 'χω ιδεί κι αποφασίσει.

ΕΡΜΗΣ

Τόλμησε, μάταιε, τόλμησε, μια φορά τέλος

να βάλεις γνώση μες σ' αυτές τις συμφορές σου.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Χάνεις τα λόγια σου άδικα, κι ως κουφό κύμα
τις γαλιφιές σου τις γρικώ· βγάλτ' το απ' το νου σου
που εγώ το Δία θα φοβηθώ και θα ζαρώσω
μπρος του σα θηλυκό και με γυναίκειους τρόπους
δεητικά τα χέρια μου θενά τα υψώσω

στον πολυμισημένο μου, για να με λύσει
απ' τα δεσμά μου αυτά· κάθε άλλο παρά τούτο!

ΕΡΜΗΣ

Όσα κι αν πω, μου φαίνεται πως θα 'ν' του κάκου
κι είναι η καρδιά σου αμάλαχτη και δε λυγίζει
με παρακάλια· μα το χαλινό δαγκώντας

σα νιόστρωτο άτι πας και δε γρικάς τα γκέμια.
Όμως θρασύς, σε σάπιο 'παίρεσαι αντιστύλι(3)·
γιατί του νου η αποκοτιά, σα λείπει η γνώση,
μονάχη κι απ' το τίποτα πιο λίγο αξίζει.
Μάθε λοιπόν, τα λόγια μου αν δε θες ν' ακούσεις,

ποιες συμφορές φουρτουνιασμένες και ποιες μπόρες
άφευκτα σε προσμένουνε· πρώτα την άγρια
φάραγγα ετούτη με βροντές κι αστροπελέκια
θα σπαράξει ο πατέρας μου και το κορμί σου
βαθιά μέσα στα ρέπια(4) θα καταχωνιάσει·

κι αφού καιρό πολύ τελειώσεις, θα ξανάβγεις
πίσω στο φως· μα ο φτερωτός του Δία ο σκύλος
με στόμα λαίμαργο, ο αϊτός, στο αίμα βαμμένο
τρανά ξεσκλίδια(5) το κορμί θα σου λιανίσει(6),
ακάλεστος ολημερίς στο γιόμα ερχόντας

και θενά τρώει σου το σαπιόμαυρο συκώτι.
Και μην προσμένεις στο μαρτύριο αυτό σου τέλος,
πρι να βρεθεί κανείς θεός, που να θελήσει
να πάρει επάνω του τα πάθια σου και πάει
στου άφεγγου τ' Άδη τ' άραχλα βαθιά σκοτάδια.

Παίρνε λοιπόν απόφαση, γιατί δεν είναι
πλασμένα παχιά λόγια αυτά, μα η πάσ' αλήθεια,
μια που δεν ξέρει από ψευτιές του Δία το στόμα
και δίνει τέλος σ' ό,τι πει· μα εσύ ένα γύρο
κοιτάξου και μελέτησε, μηδέ πως είναι

ποτέ σου πεις το πείσμα πιο καλό απ' τη γνώση.

ΧΟΡΟΣ

Σε μας δε φαίνεται άδικο σ' αυτά που λέει
να 'χει ο Ερμής, που σου ζητάει να παρατήσεις
το πείσμα και σε φρόνιμη να στρέψεις γνώμη·
πείσου, κι είναι ντροπή ο σοφός έξω να πέφτει.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τα περίμενα τούτα που μου έσκουξε αυτός
τα μηνύματα· κι είναι πολύ φυσικό
από εχθρό του κακό να παθαίνει ο εχθρός.
Και λοιπόν καταπάνω μου ας πάει να σκα
της φωτιάς ο στριφτός πλοκαμός,

με βροντές και μ' αγρίων ανέμων σπασμούς
ας μανιάζει ο αιθέρας· της μπόρας η οργή
τα θεμέλια ας τραντάζει ως τις ρίζες της γης
και το κύμα του πόντου μ' αψύ βρουχισμό
τους ουράνιους των άστρων τους δρόμους ψηλά

εν' ας κάμει κι ας πνίξει· κι αυτό το κορμί
μες στα μαύρα τα τάρταρ' ας ρίξει βαθιά
στης ανάγκης τ' αφεύγατο ρέμα συρτό·
Μα ό,τι κάμει, εμένα ποτέ του ποτέ
δε θα με θανατώσει!

ΕΡΜΗΣ

Τέτοια ξώφρενα λόγια δεν είναι ν' ακούς

μόνο ενός που του σάλεψε σίγουρα ο νους;
Γιατ' αλήθεια τι λείπει να μην είν' αυτή
του νου βλάβη η ευχή του και τρέλα σωστή;
Μα εσείς τώρα που κάθεστε κι έτσι αυτουνού
συμπονάτε τα πάθη, βιαστείτε απ' εδώ

να τραβήξετε γρήγορ' αλλού πουθενά,
για να μη της βροντής το φριχτό μουγγητό
σας ζαλώσει(7) τα φρένα.

ΧΟΡΟΣ

Άλλο τίποτ' αν έχεις να λες που μπορεί
να με πείσεις· γιατί, όσο βέβαια για αυτά,

που ξεστόμισες τώρα, δε στέκουν για με.
Πώς με βάζεις να κάνω μια πράξη κακή;
κάλλιο ό,τι 'ναι μαζί του να πάθω κι εγώ,
που έχω μάθει από πάντα σαν τι να μισώ
τον προδότη, και που άλλη καμιά σαν αυτή

δε φοβούμαι χειρότερη αρρώστια.

ΕΡΜΗΣ

Λοιπόν ό,τι προλέγω θυμάστε καλά,
κι όταν η άδικη ώρα θ' αδράξει και σας,
με την τύχη μην έχετε τότε αφορμή,
μηδέ πείτε σ' απρόβλεπτα ο Δίας κακά

πως σας έριξε μέσα· μα μόνο σε σας
θα 'ν' το φταίξιμο, μια που το ξέρατε πριν
κι όχι ανύποπτα κι άξαφνα μες του χαμού
θα μπλεχτείτε τ' απέραντα βρόχια.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Όχι πια με τα λόγια, μα ιδού αληθινά
που τραντάζεται η γης
και μαζί μουκανιέται βαρύ της βροντής
τ' αντιλάλημ' απόγεια και γλώσσες στριφτές
οι αστραπές σαϊτεύουν φωτιάς.

Άγριος σίφουνας στρίβει ψηλά κορνιαχτό,
όλοι οι άνεμοι σκιρτούν, και μ' αντίπνοη οργή
στήνουν πόλεμο ο ένας στον άλλο αντικρύ,
και ταράχτηκε ο αιθέρας με τον πόντο μαζί.
Βέβαια τέτοια απ' τον Δία χιμάει φανερά

κατά πάνω μου αντάρα, που τρόμο γεννά.
Μα ω μητέρα μου εσύ σεβαστή, κι ω που συ
μες στο φως τυλίγεις, αιθέρα, το παν,
πόσον άδικα, δείτε με, πάσχω!

ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις:


(1) κομποφάνεια: καυχησιά, αλαζονεία
(2) τουλούπα: εδώ, νιφάδα του χιονιού, μπάλα μαλλιού (αρχ. τολύπη)
(3) αντιστύλι: στήριγμα
(4) ρέπι: ερείπιο, χάλασμα
(5) ξεσκλιδι: κουρέλι, κομμάτι
(6) λιανίζω: κόβω σε μικρά, λιανά κομμάτια
(7) ζαλώνω: φέρνω ζάλη, τρελαίνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου