Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα


Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ: ΒΗΧΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

1. Ο Όμηρος και το ομηρικό ζήτημα


Η αναμφισβήτητη παρακμή του πολιτισμού, που παρατηρήθηκε ύστερα από τον τρωικό πόλεμο, δεν ήταν το ίδιο έντονη σ΄ όλα τα μέρη του Μεσογειακού κόσμου. Περισσότερο απ΄ όλα τα μέρη υπόφερε η Βαλκανική χερσόνησος και κυρίως η Πελοπόννησος και μερικά νησιά του Αιγαίου, μαζί και η Κρήτη. Απόδειξη της πισωδρόμησης της βιοτεχνίας και της πτώσης της καλαισθησίας αποτελούν τα αγγεία του Διπύλου, που ανακαλύφθηκαν στα περίχωρα της Αθήνας. Τα αγγεία αυτά, μεγάλα στις διαστάσεις, είναι αρκετά χοντροφτιαγμένα από άποψη διακόσμησης και σχεδίου. Παρ΄ όλα αυτά όμως δεν παρουσιάστηκε ολοκληρωτική ρήξη ανάμεσα στην κρητο-μυκηναϊκή και την κατοπινή, τη λεγόμενη ομηρική περίοδο της αρχαίας ιστορίας, ακόμα και στο δυτικό τμήμα του ελληνικού κόσμου.

Πιο σταθερά διατηρήθηκαν οι κρητο-μυκηναϊκές παραδόσεις στο ανατολικό μέρος του ελληνικού κόσμου, στη Μικρά Ασία και τα γειτονικά νησιά, όπου κατέφευγε ο αχαϊκός πληθυσμός πιεζόμενος από τους βάρβαρους Δωριείς. Στη διάρκεια μερικών αιώνων το ανατολικό τμήμα ήταν το πιο πρωτοπόρο και πολιτισμένο μέρος του Μεσογειακού κόσμου. Δυστυχώς, οι πληροφορίες μας τόσο για τη Μικρά Ασία, όσο και γενικά για όλη την Ελλάδα για τα τετρακόσια χρόνια (12ος-8ος αιώνες π.Χ.), δηλαδή από τον καιρό του τρωικού πολέμου ως την (σύμφωνα με την παράδοση) αρχή της ιστορίας της Ελλάδας, είναι φτωχές κι αντιφατικές. Η μοναδική σχεδόν πηγή αυτής της εποχής είναι τα έπη του Ομήρου, η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια".

Γύρω από τα ομηρικά έπη και το πρόσωπο του δημιουργού τους σχηματίστηκε ολόκληρη φιλολογία και γεννήθηκε ένα ιδιαίτερο ζήτημα, το ομηρικό ζήτημα. Το ομηρικό ζήτημα πέρασε ένα μακρύ δρόμο ανάπτυξης. Ως τον 5ο αιώνα οι ίδιοι οι Έλληνες δεν αμφέβαλλαν για την ύπαρξη του Ομήρου, αποδίδοντας σ΄ αυτόν όλα τα επικά έργα που αναφέρονται στον τρωικό πόλεμο και τους ύμνους προς τιμή των θεών. Πρώτος ο Ηρόδοτος παίρνει κάπως κριτική στάση απέναντι στον Όμηρο. Ύστερα απ΄ αυτό ο αριθμός των έργων, που μέχρι τότε δημιουργό τους θεωρούσαν τον Όμηρο, άρχισε ολοένα και περισσότερο να λιγοστεύει. Πολύ μακριά στην κριτική των ποιημάτων που απόδιδαν στον Όμηρο και στη διαπίστωση σ΄ αυτά μιας σειράς αντιφάσεων, τράβηξε ο σοφιστής Ζωίλος (4ος αιώνας π.Χ.), που τον ονόμασαν "ομηρομάστιγα". Στην αλεξανδρινή εποχή είχαν δημιουργηθεί πάνω στην κριτική των ομηρικών κειμένων ολόκληρες σχολές.

Στη νεότερη εποχή το ομηρικό ζήτημα ξαναγεννήθηκε το 18ο αιώνα, τον αιώνα του διαφωτισμού, του ορθολογισμού και του κριτικισμού. Η αρχή έγινε από το γάλλο αββά ντ΄ Ομπινιάκ και τον ιταλό ιστορικό-κοινωνιολόγο Βίκο. Τις ιδέες του Ομπινιάκ και του Βίκο τις ανέπτυξε παραπέρα ο γερμανός καθηγητής της Χάλ, Φρίντριχ Αουγκουστ Βόλφ. Στα "Προλεγόμενα στον Ομηρο" (1795) ο Βόλφ προσπαθούσε ν΄ αποδείξει ότι η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" δεν είναι έργα ενός ποιητή, αλλά αποτελούν προϊόν της συλλογικής δημιουργίας πολλών αοιδών-ποιητών. Την τελική όμως μορφή τα χωριστά μέρη του έπους την πήραν μονάχα ύστερα από μερικούς αιώνες από τη δημιουργία τους, τον καιρό του αθηναίου τύραννου Πεισίστρατου, τον 6ο αιώνα.

Με βάση τη θεωρία του Βόλφ ο Λάχμαν δημιούργησε τη "θεωρία των μικρών ασμάτων", σύμφωνα με την οποία η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" δημιουργήθηκαν από χωριστά ποιητικά έργα της προφορικής λαϊκής δημιουργίας. Ετσι εξηγούσε ο Λάχμαν τις αντιφάσεις, που συναντιούνται συχνά στα ποιήματα. Ένας απ΄ τους συνεχιστές του Χάχμαν, ο Γκότφριδ Χέρμαν, εξηγούσε τις αντιφάσεις με το ότι στο κείμενο ενός ποιήματος προστέθηκε αργότερα ένα άλλο ποίημα (π.χ. στην "Οδύσσεια" συμπεριλήφθηκε και η "Τηλεπάχεια", δηλ. οι περιπέτειες του Τηλέμαχου, του γιού του Οδυσσέα). Ενάντια στους οπαδούς της "θεωρίας των μικρών ασμάτων" εκστράτευσαν "οι ενωτιστές", που υπεράσπιζαν την ενιαία λογοτεχνική σύνθεση του έπους και την άποψη ότι ο Όμηρος ήταν ιστορικό πρόσωπο. Ένας από τους πρώτους ενωτιστές ήταν ο Νίτς.

Ο ιστορικός Γκρότ παρουσίασε τη "θεωρία του βασικού πυρήνα". Σύμφωνα μ΄ αυτή, τη βάση της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" την αποτελούν μικρά έργα, που αργότερα πλάτυναν και αναπτύχθηκαν. Βάση της "Ιλιάδας" ήταν το ποίημα για την οργή του Αχιλλέα, που αργότερα μεγάλωσε με παρεμβολές και προσθήκες. Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις, που έριξαν καινούργιο φως στα γεγονότα στα οποία αναφέρονται τα ποιήματα, και η συγκριτική μελέτη της λαϊκής δημιουργίας των άλλων λαών, όλα αυτά προώθησαν αναμφισβήτητα τη μελέτη της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" σαν λογοτεχνικών μνημείων. Ωστόσο πολλά ζητήματα σχετικά με τη σύνθεση, τις εικόνες και τη χρονολογία του έργου παραμένουν ακόμα αξεκαθάριστα. Σήμερα επικρατούν θεωρίες θεωρίες που αμβλύνουν τις ακρότητες των δύο κατευθύνσεων. Πιστεύεται ότι το ελληνικό έπος αναπτύχθηκε από τα παλιά λαϊκά άσματα και τους μύθους για τους θεούς και τους ήρωες. Η προέλευσή τους δεν είναι η ίδια. Πιθανόν οι αρχαιότεροι από τους μύθους να δημιουργήθηκαν στη μυκηναϊκή ακόμα εποχή.

Ο τρωικός πόλεμος και τα γεγονότα που συνδέονταν μ΄ αυτόν έδωσαν αφορμή να γεννηθούν τα πιο πολλά ηρωικά ποιήματα. Στα ποιήματα αναφέρονται ίσως πραγματικά ονόματα μερικών ιστορικών προσώπων, όμως πλάι σ΄ αυτά κινούνται και μυθικές μορφές, που μερικές απ΄ αυτές έχουν θρησκευτική προέλευση. Πραγματικά γεγονότα, που τραγουδήθηκαν στα παλιά έργα, αντικαταστάθηκαν στην πορεία της μακρόχρονης ποιητικής δημιουργίας από μύθους και θρύλους. Στην αφήγηση για τους άθλους των ηρώων προσθέτανε περιγραφές μαχών, ταξιδιών και λογής-λογής περιπετειών, που συνδέονταν μ΄ αυτά. Το υλικό για τα περιπετειώδη θέματα το έδωσαν τα έργα των Φοινίκων και ιδιαίτερα οι οδηγοί.

Στα παλιά χρόνια τους θρύλους σε στίχους τους φύλαγαν και τους μεταβίβαζαν από γενιά σε γενιά οι αοιδοί και οι ραψωδοί. Τους απάγγελναν στις αυλές, μπροστά στους στρατιωτικούς αρχηγούς και τους πολεμιστές τους, στα επίσημα συμπόσια και τις γιορτές. Αργότερα, τον 8ο-7ο αιώνα οι χωριστοί μύθοι και ύμνοι συγκεντρώθηκαν και ξαναδουλεύτηκαν σε λογοτεχνικά έργα-ποιήματα. Στην τελική τους μορφή τα ποιήματα του Ομήρου αποτελούν οργανικά ολοκληρωμένα και αρμονικά έργα, αληθινά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σχηματίστηκαν σαν έργα της προφορικής λαϊκής δημιουργίας και, κατά πάσαν πιθανότητα, γράφτηκαν στην Αθήνα τον 6ο αιώνα στην αυλή του τύραννου Πεισίστρατου. Μπορεί να συμφωνήσει κανείς με τη γνώμη των ερευνητών, που θεωρούν ότι τα ποιήματα του Ομήρου πήραν καλλιτεχνική μορφή στη Μικρά Ασία τον 8ο-7ο αιώνα, στο πλούσιο και πολιτισμένο περιβάλλον της μικροαστικής (αχαϊκής) αριστοκρατίας, που τα εξιστορούμενα στο έπος γεγονότα ήταν προσφιλή και, ιστορικά, κοντινά σ΄ αυτήν. Σαν ιστορική βάση για τα δύο ποιήματα χρησιμεύει ο τρωικός πόλεμος. Γύρω του ξετυλίγονται τα γεγονότα που περιγράφονται στην "Ιλιάδα" και στην "Οδύσσεια". Η μεγάλη ιστορική εποποιία γέννησε μεγάλο λογοτεχνικό έργο. Το θέμα της "Ιλιάδας" είναι η οργή του Αχιλλέα, που στο δέκατο χρόνο του τρωικού πολέμου μάλωσε με τον κυριότερο αρχηγό του στρατού των Αχαιών, τον Αγαμέμνονα. Γύρω απ΄ αυτό το θέμα ξετυλίγεται η περιγραφή της ζωής των Αχαιών και των Τρώων, των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στους αρχηγούς και οι σκηνές των μαχών. Την τελευταία συγχορδία αποτελεί η περιγραφή του ενταφιασμού του Εκτορα, γιου του βασιλιά της ΤΡοίας, που σκοτώθηκε στη μάχη. Τους ήρωες τους παραστέκουν οι θεοί, που μερικοί απ΄ αυτούς προστατεύουν τους Αχαιούς κι άλλοι τους Τρώες.

Το θέμα της "Οδύσσειας" είναι η γεμάτη περιπέτειες επιστροφής από την Τροία του βασιλιά της Ιυάκης, Οδυσσέα. Και τα δυό ποιήματα συνδέονται όχι μόνο με την ενότητα του θέματος, μα και με την ενότητα της κοσμοθεωρίας και της κοσμοαντίληψης. Τα ποιήματα υμνούν τη ζωή, τις χαρές της, τον πόλεμο και την ειρηνική δράση με κάποια απόχρωση θλίψης και απαισιοδοξίας. Το ζήτημα πόσο κοντά ή μακριά βρίσκονται τα ποιήματα του Ομήρου από την αντικειμενική πραγματικότητα, είναι συζητήσιμο. Πολλοί επιστήμονες, όπως π.χ. ο Βίλχελμ Ντέρπφελντ, ένας από τους πλησιέστερους φίλους και συνεργάτες του Σλήμαν, προσπαθούν ν΄ αποδώσουν στο ομηρικό έπος σχεδόν ιστορική αυθεντικότητα, να καθορίσουν τους τόπους και τις χρονολογίες των διάφορων γεγονότων. Ταυτόχρονα ο Ντέρπφελντ έχει τη γνώμη ότι ο Όμηρος δεν περιγράφει το παρελθόν, αλλά τον σύγχρονο σ΄ αυτόν ελληνικό κόσμο του 8ου-7ου αιώνα.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" είναι πρώτα-πρώτα ποιητικά έργα. Στα ποιήματα αυτά πολλοί αιώνες τοποθετούνται σε ένα επίπεδο και τα πραγματικά γεγονότα περιπλέκονται με τα φανταστικά σε μια καλλιτεχνική εποποιία. Στα ποιήματα τα γεγονότα δεν εκθέτονται με ιστορική, αλλά με λογοτεχνική διαδοχή. Για λόγους λογοτεχνικοαισθητικής τάξης μερικά γεγονότα μεγαλοποιήθηκαν και συγχρονίστηκαν με την τοτινή εποχή, άλλα πάλι για τους ίδιους λόγους μικρύνανε και παρουσιάζονται σαν πιο παλιά. Στη βάση τους τα ποιήματα του Ομήρου είναι προϊόντα της λαϊκής δημιουργίας, την τελική τους όμως μορφή την πήραν στην εποχή της κυριαρχίας των αριστοκρατικών γενών. Έτσι εξηγούνται οι συμπάθειες προς το αριστοκρατικό καθεστώς, που εκδηλώνονται στην "Ιλιάδα" και στην "Οδύσσεια". Όσα είπαμε για τις ιδιομορφίες του ομηρικού έπους, πρέπει να τα έχουμε υπόψη μας σύντροφοι του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ, όταν κρίνουμε τα ομηρικά ποιήματα σαν ιστορικό μνημείο.

Η αξία των ομηρικών ποιημάτων, σαν ιστορικής πηγής, βρίσκεται στο ότι μας δίνουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε σε βασικές γραμμές την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, από το αρχαιότατο καθεστώς της κοινότητας των φυλών ως τη δημιουργία της δουλοκτητικής πόλης. Τα ποιήματα περιέχουν άφθονες ζωντανές περιγραφές, εικόνες και λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, που μας επιτρέπουν να μπούμε στη ζωντανή πραγματικότητα.

Ραψωδία Α

Τραγούδα το θυμό, θεά, του γόνου του Πηλέα
τον ερημοκατάρατο, που μπήκε τ' Αχιλλέα,
που μύρια τσ' Αχαιούς κακά τους φόρτωσεν ομάδι
και που 'πεψε πολλές ψυχές λεβέντικες στον Άδη
ηρώων, και παράδωκεν αυτούς στους σκύλους λεία
κι όλων των όρνιων, κι ηβουλή τελέστηκε του Δία
ως τ' όρισεν ,απ την αρχή που μπήκε ο γιός τ' Ατρέα
σ' έχθρητα με τον ξακουστό το θείον Αχιλλέα.
Και σ΄έριδα ποιός των Θεών τσ' έριξε τούτους τάχα;
Του Δία και Λητώς ο γιός, κι η γι αφορμή μονάχα
που με το ρήγα εχόλιασε, λοιμό κακό σκορπίζει,
μες στο στρατό, και τους λαούς θανατικό θερίζει,
γιατι του καταφρόνεψε τον Ιερέα Χρύση.
Ατρείδης, που 'ρθεν εις αυτόν την κόρη του ν' αφήσει
μες στα γοργά των Αχαιών καράβια, και να δώσει
λύτρα πολλά που κουβαλεί και πλούσια να πλερώσει,
και τα στεφάνια μάλιστα τ΄Απόλλωνα κι εκράτει
επάνω στο χρυσόφτιαχτο ραβδί του, κι επερπάτει,
κι όλους εκεί τους Αχαιούς τους θερμοπαρακάλει,
τ' Ατρέα ξέχωρα τους γιούς τους δυό, σαν πλιά μεγάλοι.............

2. Η ελληνική ζωή στα ποιήματα του Ομήρου

Με βάση τα έπη συμπληρωμένα και με άλλα ιστορικά μνημεία, το αρχαιότατο κοινωνικό καθεστώς της ομηρικής Ελλάδας παρουσιάζεται με την παρακάτω μορφή: οι ελληνικές φυλές χωρίζονταν σε γένη, τα γένη σχημάτιζαν τις φατρίες και οι φατρίες τις φυλές. Περισσότερες φυλές αποτελούσαν ένα λαό (λαότητα). Τα κυριότερα διακριτικά γνωρίσματα του ελληνικού γένους ήταν τα εξής:

1) η καταγωγή υπολογιζόταν από τον πατέρα,
2) η απαγόρευση των γάμων μέσα στο γένος
3) το δικαίωμα του γένους να υιοθετεί,
4) το δικαίωμα της αμοιβαίας κληρονομιάς,
5) η κατοχή της περιουσίας απ΄ όλο το γένος,
6) το δικαίωμα της εκλογής και της αντικατάστασης των αρχηγών του γένους,
7) η παροχή αμοιβαίας βοήθειας και η αλληλοϋποστήριξη,
8) η συμμετοχή στις γενικές γιορτές του γένους και η ύπαρξη κοινού νεκροταφείου για όλο το γένος.

Οι αρχαιότερες ελληνικές φυλές ήταν στρατιωτικο-θρησκευτικές ενώσεις, στις οποίες συνενώνονταν τα γένη. Η κάθε φυλή είχε ορισμένο έδαφος, όπου βρισκόταν το θυσιαστήριο προς τιμήν των θεών και γίνονταν οι συνελεύσεις των μελών της φυλής. Οι φυλές ήταν κοινωνικές οργανώσεις πολύ γερές και κλειστές, αγιασμένες από τη μακραίωνη παράδοση και τη θρησκεία. Επικεφαλής τους βρισκόταν ο εκλεγμένος φυλοβασιλέας, ιερέας και αρχηγός μαζί. Στις φυλές έμπαιναν μονάχα τα μέλη ορισμένων γενών. Στο κοινοτικό σύστημα του γένους η ανώτατη εξουσία της κοινότητας ανήκε σ΄ όλο το λαό (δήμος), που συγκεντρωνόταν για να συζητήσει και να λύσει τα γενικά ζητήματα (κυρίως αυτά που αφορούσαν τον πόλεμο) σε συνέλευση (αγορά). Για όλα τα σοβαρά ζητήματα ο βασιλιάς συμβουλευόταν όλο το λαό και τους γέροντες του γένους, τους αρχηγούς των οικογενειών. Όπως φαίνεται από το ομηρικό έπος, ο βασιλιάς συγκαλούσε την αγορά τον καιρό που συνέβαιναν πολύ σπουδαία γεγονότα και προπάντων τον καιρό του πολέμου.

"Την εποχή εκείνη, όπου κάθε ελληνικό αρσενικό μέλος της φυλής ήταν μαχητής, δεν υπήρχε ακριβώς ακόμα καμιά χωρισμένη από το λαό δημόσια εξουσία, που θα μπορούσαν να την αντιτάξουν σ΄ αυτόν. Η πρωτόγονη δημοκρατία βρισκόταν ακόμα σε μεγάλη άνθιση και αυτό πρέπει να το έχουμε σαν αφετηρία όταν κρίνουμε την εξουσία και τη θέση τόσο του συμβουλίου, όσο και του βασιλιά". (σσ Φ. Ενγκελς, "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του Κράτους". Δες Μάρξ-Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, τομ., 2ος, σελ. 297, ελληνική έκδοση 1951). Στο έπος η αγορά παρουσιάζεται μ΄ όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αρχαίας συνέλευσης του γένους.

Κι όπως παγαίνουν σύγνεφα πυκνώνε μελισσώνε,
που βγαίνουν κι όλο βγαίνουνε μέσα από κούφια πέτρα,
και στίβες-στίβες στους ανθούς της άνοιξης πετάνε,
κι εδώθε τρέχει ένας σωρός και τρέχει: εκείθες άλλος.
Ετσι σωροί κι αυτών πολλοί κοπαδιαστοί απ΄ τα πλοία
κι απ΄ τις καλύβες τρέχανε στη συντυχιά να πάνε
μπρος στ΄ ακρογιάλι τ΄ αψηλό. Κι η φήμη ανάμεσό τους
φούντωσε και να περπατάν τους κένταε, η μηνύτρα
του Δία, και μαζέβουνταν. Και βούιζε το μεϊντάνι,
βογγούσε κάτωθες κι η γής καθώς ποδοθετιούνταν,
κι ήταν αντάρα και φωνή. Κι εννιά διαλαλητάδες
τους κράζανε να κάτσουν πιά και τη φωνή να πάψουν,
ίσως ακούσουν τους τρανούς αρχόντους τι θα πούνε.
Με κόπο κάθησε ο λαός, μα στα καθίσματά τους
σύχασαν τέλος κι έμειναν. Και τότε ο Αγαμέμνος
σηκώθηκε με το ραβδί το γονικό στα χέρια".

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Β, στίχ. 87-102, μετάφραση Α. Πάλλη).

Την ίδια εικόνα βλέπουμε και σε άλλη αγορά, που τη συγκάλεσε ο Τηλέμαχος στο νησί Ιθάκη:
Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους αμέσως
τους μακρομάλληδες Αχαιούς σε συντυχιά να κράζουν.
Τους κράξανε, και γλήγορα συνάχτηκαν εκείνοι.
Και σα συνάχτηκαν, και μια παρέα όλοι γενήκαν,
κινάει εκεί με χάλκινο κοντάρι στην παλάμη,
μονάχος όχι, δυό σκυλιά γοργόποδ΄ ακλουθούσαν,
τονέ θαμάζανε όλοι τους, κι΄ οι γέροι δίνουν τόπο.
Τότες ο Αιγύπτιος ο ήρωας αρχίνησε το λόγο
σκυφτός από τα γηρατειά και με πολλά στο νού του.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Β, στίχ. 6-11, 13-16, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη).

Άλλος θεσμός στην Ελλάδα, εξίσου αρχαίος όπως και η αγορά, ήταν το συμβούλιο των γερόντων, η Βουλή. "Οι πολύπειροι γέροντες" παίρνουν δραστήριο μέρος σ΄ όλες τις σπουδαίες περιπτώσεις που συζητούνται υποθέσεις της κοινότητας. Οι "πολύπειροι γέροντες" ψηφίζουν πρώτοι στην αγορά, που συγκαλείται έξω από την Τροία από τον "άνακτα ανδρών" Αγαμέμνονα, σχετικά με το ζήτημα της διακοπής ή της συνέχισης της πολιορκίας της Τροίας.

Τον καιρό της εκστρατείας οι φυλές συγκεντρώνονταν και εκλέγανε τον ανώτατο αρχηγό (το βασιλιά) όλης της κοινότητας ή όλης της φυλής. "Όμως με τη σημερινή της σημασία η λέξη Konig (βασιλιάς) δεν αντιστοιχεί - γράφει ο Ενγκελς - με κανένα τρόπο στον αρχαίο έλληνα βασιλέα (Dasileus). Ο Θουκιδίδης ονομάζει ρητά την παλιά βασιλεία (Dasileia) πατρική (Patrike), δηλαδή περιορισμένη εξουσία. Κι ο Αριστοτέλης λέει ότι η βασιλεία της ηρωικής εποχής ήταν ηγεσία σε ελεύθερους και ο βασιλιάς ήταν στρατηγός, δικαστής και αρχιερέας. Δεν είχε λοιπόν κυβερνητική εξουσία με την κατοπινή έννοια". (σσ Φ. Ενγκελς, "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους", βλ. Μάρξ-Ενγκελς, Διαλεκτά έργα, τομ. 2ος, σελ. 299, ελλην. έκδοση 1951).

Τον τύπο του ηγεμόνα-βασιλιά, που διατήρησε περισσότερο από κάθε άλλον τα γνωρίσματα του γενάρχη, τον αντιπροσωπεύει ο Νέστορας, βασιλιάς στην κοινότητα της Πύλου. Τα χαρακτηριστικά του στρατιωτικού αρχηγού και του γενάρχη, που συνδυάζονται στο πρόσωπο του Νέστορα, προβάλλουν ξεκάθαρα τον καιρό του επίσημου συμπόσιου της κοινότητας της Πύλου. Στο συμπόσιο αυτό ο βασιλιάς παρακάθεται με τους γιους του σε κοινό τραπέζι ανάμεσα στο λαό. "Η "βασιλεία" δηλαδή η λέξη που οι έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούσαν για τον καθορισμό της ομηρικής βασιλικής εξουσίας, (γιατί το κύριο χαρακτηριστικό της γνώρισμα ήταν η στρατιωτική διοίκηση), στον καιρό που υπήρχε το συμβούλιο των αρχηγών (βουλή) και η λαϊκή συνέλευση (αγορά), είναι μόνο παραλλαγή της στρατιωτικής δημοκρατίας" (σσ Κ. Μάρξ, Περίληψη του μέρους του Λ. Μόργκαν, "Αρχαία κοινωνία", στο "Αρχείο Μάρξ-Ενγκελς")

Η πατριαρχική ζωή της κοινότητας της φυλής αποσυντέθηκε κάτω από την επίδραση εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είχε σα συνέπεια τον παραπέρα καταμερισμό της εργασίας, τον ξεχωρισμό της στρατιωτικής ομάδας (βασιλέων) και το βαθμιαίο αποχωρισμό της από τον υπόλοιπο ειρηνικό πληθυσμό, τους γεωργούς, τους βοσκούς και τους ψαράδες. Τα ομηρικά έπη καθρεφτίζουν ακριβώς την εποχή της στρατιωτικής δημοκρατίας, όταν το ελληνικό γένος βρισκόταν στο στάδιο της αποσύνθεσής του. Στην αρχή οι βασιλιάδες, σαν στρατιωτικοί αρχηγοί και ιερείς, εκλέγονταν κι ήταν τα πιο δραστήρια μέλη της κοινότητας και εξυπηρετούσαν τα κοινά συμφέροντα. Έπαιρναν από την κοινοτική γη το τέμενος, έναν κλήρο καλλιεργήσιμης γης και γη για αμπέλια, δώρα, τιμές και την καλύτερη μερίδα στο κοινό τραπέζι.

Μερικοί από τους ομηρικούς ήρωες-βασιλιάδες έχουν πια μεγάλους κλήρους, μεγάλα χωράφια σπαρμένα με στάρι και αμπελώνες, κατέχουν την πρώτη θέση στην κοινότητα, πίνουν τα καλύτερα πιοτά, τρώνε τις καλύτερες μερίδες και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση ασχολούνται με την ιπποτροφία. Το συνηθισμένο επίθετο που ο Όμηρος χρησιμοποιεί για τους βασιλιάδες είναι "ιπποπόλοι" και "ιπποδαμαστές".

Κι εφτύς το Γλάφκο φώναξε και τούπε αυτά τα λόγια
"Γλαύκο, τι τάχα στη Λυκιά εμάς τιμούν πιό πρώτα
με κρέατα και με πρωτιά και ξέχειλα ως απάνου
ποτήρια, κι όλοι σα θεούς στα μάτια μας θωρούνε;
Εκεί τρανό χαιρόμαστε μετόχι απά στου ξάνθου
τις άκρες, πλούσιο σε φυτιά και κάμπο σταροδότη.
Τώρα γι΄ αυτό να στέκουμε μας πρέπει με τους πρώτους
και με τους πρώτους στη φωτιά να μπαίνουμε της μάχης...
Οχι! εκεί πέρα στη Λυκιά ανάξια δεν ορίζουν
οι βασιλιάδες μας εμάς, και τρων παχιά θρεφτάρια
ή διαλεχτό τραβούν κρασί γλυκόπιοτο, μον έχουν
κι αντριά λαμπρή, τι πολεμούν μες στη σειρά των πρώτων".

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Μ, στίχ. 309-316, 318-321, μετάφραση Α. Πάλλη)

Έτσι άρχισε να εμφανίζεται η στρατιωτικο-αγροτική αριστοκρατία. Αυτή η αριστοκρατία κατέχει μεγάλους κλήρους και κοπάδια ζώα, πράγμα που δείχνει ότι στην ομηρική κοινωνία υπήρχε ατομική ιδιοκτησία πάνω στη γή και στα ζώα. Οι οίκοι των ομηρικών βασιλιάδων ξεχώριζαν για τον πλούτο και την αφθονία. Η οικονομία ήταν φυσική, όμως πολύ πλούσια, χάρη στη χρησιμοποίηση της δουλειάς των ελεύθερων και των δούλων. Σαν παράδειγμα μεγάλου οίκου της ομηρικής εποχής μπορεί να χρησιμεύσει ο οίκος που απεικονίζει στην ασπίδα του Αχιλλέα. Η εικόνα αποτελείται από τρία μέρη: 1) χωράφι με δημητριακά, 2) βοσκές και 3) αμπέλια. Κάθε κλάδος του νοικοκυριού περιγράφεται με ιδιαίτερα επίθετα. Το χωράφι λέγεται παχύ, απέραντο μ΄ αφράτο χώμα, τρεις φορές οργωμένο, το αμπέλι είναι υπέροχο, μεγάλο, φορτωμένο με γλυκό καρπό, στα λιβάδια βόσκουν ταύροι στεφανοκέρατοι, βόδια, κοπάδια άλογα, πρόβατα, γουρούνια και γίδια.

Κι έφτιασε μέσα λιγδερό χωράφι, πλούσιο κάμπο
φαρδύ και τριπλογύριστο, κι εκεί πολλοί οργωτάδες
ζεβγάρια στριφογύριζαν λαλώντας πέρα δώθες,
κι οργώνοντας σαν έφταναν στου χωραφιού την άκρη, πήγαινε νιός κι ένα καφκί τους έβαζε στα χέρια
κρασί γλυκό, και δώσ΄ του αυτοί όλο όργωναν τ΄ αυλάκια,
κι όλο να φτάσουν σπούδαζαν στου χωραφιού την άκρη.
Και μαύριζε από πίσω η γής, λες έμοιαζε οργωμένη
κιάς ήταν χρυσοσκάλιστη, αφτό δα αν ήταν θάμα!
Κι εκεί ένα βαθυγράσιδο μέσα έφτιαχνε μετόχι,
που θεριστάδες, τροχιστά στα χέρια τους δρεπάνια
βαστώντας δώσ΄ του θέριζαν, κι απ΄ τις χουφτιές λές άλλες
έπεφταν χάμω επανωτές στη γής αράδα-αράδα,
άλλες πάλε έπαιρναν γοργοί δετάδες ναν τις δέσουν.
Τρείς οι δετάδες π΄ όριζαν, και τα παιδιά από πίσω
δίχως να στέκουν αγκαλιές το χόρτο κουβαλούσαν
κι΄ έδιναν πάντα. Κι ήσυχος παρέκει ο νοικοκύρης
ραβδί κρατώντας έστεκε χαρούμενος στον όχτο.
Και κράχτες χώρια τοίμαζαν κάτου από λεύκα δείπνο,
κι έψηναν βόδι πούσφαξαν μεγάλο, κι οι γυναίκες
πολλά άσπρα αλέβρια ζύμωναν, ταγή των δουλευτάδων".

(σσ Ομήρου,"Ιλιάδα", ραψωδία Σ, στίχ. 541-560, μετάφ. Α. Πάλλη)

Στον κλήρο δουλεύουν πολλοί ζευγολάτες, που οδηγούν τα βόδια, ζεμένα στο ξυλάλετρο. Ύστερα από κάθε αυλακιά τους κερνούν από ένα κύπελλο κρασί. Πίσω από τη μαύρη οργωμένη γη φαίνεται το χωράφι του νοικοκυριού, όπου θερίζουν πολλοί θεριστάδες με κοφτερά δρεπάνια. Στη γη πέφτουν πυκνά τα στάχυα. Πίσω από τους θεριστάδες έρχονται οι δετάδες που δένουν σφιχτά τα δεμάτια με τα δεματικά. Τα παιδιά μαζεύουν τα στάχυα. Επικεφαλής της δουλειάς βρίσκεται ο ίδιος ο νοικοκύρης του χωραφιού (ο βασιλιάς) με ραβδί στο χέρι. Αυτός διευθύνει τη δουλειά και η χαρά (για την πλούσια σοδιά) πλημμυρίζει την καρδιά του.

Οι αγροτικές δουλειές ήταν δύσκολες. Ο ζευγολάτης γυρνώντας από το χωράφι φαίνεται κουρασμένος, λαχταράει να φάει και να ξεκουραστεί και στο μέτωπο των ταύρων που τραβούσαν το αλέτρι τρέχει ο ιδρώτας. Πλάι στα βόδια χρησιμοποιούσαν σα δύναμη έλξης και τα μουλάρια. Τα χωράφια οργώνονταν σε μακριές αυλακιές ("μακριές αυλακιές χάραξε τ΄ αλέτρι μου"). Για να πετύχουν καλύτερα αποτελέσματα, το χωράφι οργωνόταν κάμποσες φορές, δυο, τρεις ακόμα και τέσσερις. Σχετικά με τους υπολογισμούς του γάλλου οικονομολόγου Ντιρό ντέ Λαμάλ, ένα αλέτρι ζεμένο σε δυό βόδια όργωνε σε μια μέρα το ένα τρίτο του εκταριού σε βάθος αυλακιάς 25 εκατοστά. Έτσι ένα χωράφι από 12 εκτάρια (120 στρέμματα) μπορούσε να καλλιεργηθεί με τρία ζευγάρια βόδια σε δώδεκα μέρες.

Εκτός από τ΄ αλέτρι για γεωργικά εργαλεία χρησιμοποιούσαν και τον κασμά, τον ξύλινο σβολοκόπο και το φτυάρι, που μ΄ αυτά έκαναν αφράτα τα χώματα για να φυτέψουν τα κηπουρικά φυτά. Πλάι στην αγρανάπαυση χρησιμοποιούσαν κοπριά για λίπασμα των χωραφιών και άνοιγαν ποτιστικά κανάλια. Η "Ιλιάδα" και η "Οδύσσεια" μιλούν πολλές φορές για πότισμα. Ο Αχιλλέας παραβάλλεται με γοργό χείμαρρο, που αρδευτικά έργα κατευθύνουν τα νερά του σε πλούσια ανθισμένο κήπο. Σ΄ ένα άλλο σημείο λέγεται ότι κανένας υδατοφράχτης, κανένα φράγμα στημένο γύρω από τους "ανθισμένους κάμπους" δε μπορούν να σταματήσουν και να συγκρατήσουν το ακράτητο ποτάμι. Στη ραψωδία Ν της "Ιλιάδας" αναφέρεται ελαιοκαλλιεργητής που φυτεύει νεαρά φυντάνια καρποφόρου λιόδεντρου σε τόπους που έχουν άφθονο νερό.

Όλα αυτά μαρτυρούν για μια σχετικά προχωρημένη γεωργική τεχνική και αναπτυγμένη οργάνωση της δουλειάς. Για το σπουδαίο ρόλο της γεωργίας στην οικονομική ζωή της ομηρικής Ελλάδας μαρτυρεί η αφθονία των λογής λογής μεταφορών, που χρησιμοποιούνται στην "Ιλιάδα" και στην "Οδύσσεια" και που πάρθηκαν από την καθημερινή γεωργική πράξη. Στην ομηρική Ελλάδα τη δουλειά δεν τη θεωρούσαν ταπεινωτική απασχόληση, όπως στην κατοπινή, στην κλασική εποχή, όταν αναπτύχθηκε η δουλοχτησία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Οδυσσέας, ο κύριος ήρωας της "Οδύσσειας", επιθυμώντας να λάμψει μπροστά στο βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοο με τη σωματική δύναμη και την επιδεξιότητά του, προτείνει στους Φαίακες να μετρηθεί μαζί τους στο όργωμα, στο κόψιμο του χόρτου και στο θερισμό. Λογοτεχνικά ολοκληρωμένος και συνάμα εξιδανικευμένος τύπος βασιλιά, που ζει μέσα στις συνθήκες της φυσικής οικονομίας, τύπος αγαθού και φιλόξενου νοικοκύρη, είναι ο βασιλιάς Αλκίνοος - ο βασιλιάς των "ξακουστών Φαιάκων", που ζουν κάπου μακριά στη Δύση, στο νησί Σχερία (πιθανόν να πρόκειται για τη σημερινή Κέρκυρα). Ο Αλκίνοος ζει μέσα σε υπέροχα ανάκτορα, όπου όλα λαμποκοπούνε, "όπως ο ήλιος και το φωτεινό φεγγάρι στον ουρανό".

Ήρθε στου Αλκίνου τακουστά παλάτια κι ο Οδυσσέας,
κι ο νους του σάστιζε πριν πάει στα χαλκωτά κατώφλια,
τι σα φώς ήλιου ή φεγγαριού στα μάτια του φαινόταν
του Αλκίνου του τρανόκαρδου θεόρατο παλάτι.
Χαλκένιοι τοίχοι στέκονταν απ΄ το κατώφλι ως μέσα
στα βάθια, και ζωνόντανε με λαζουρί στεφάνι,
Θύρες χρυσές σφαλνούσανε το στεριωμένο κτίριο,
με παραστάτες αργυρούς στο χαλκωτό κατώφλι,
με ανώφλι, ολάργυρο κι αυτό, και με χρυσή κρικέλα.
Είχε και δυό αργυρόχρυσους απ΄ τα δυό πλάγια σκύλους,
που ο Ηφαιστος τους έφτιαξε με τη σοφή του τέχνη,
τον Πύργο να φυλάγουνε τ΄ Αλκίνου του μεγάλου,
αθάνατοι κι αγέραστοι για πάντα και για πάντα.
Θρονιά στον τοίχο αραδιαστά κι από τα δυό τα πλάγια,
απ΄ το κατώφλι ως τα βαθιά, με ντύματα αποπάνω,
έργα ψιλά καλόγνεστα των γυναικών, βαλμένα".

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Η, στίχ. 83-97, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)

Γύρω από το παλάτι απλωνόταν δεντρόκηπος και λαχανόκηπος, όπου σ΄ όλες τις εποχές του χρόνου μεγάλωναν και ωρίμαζαν οι πιό διαφορετικοί καρποί και τα πιο διαφορετικά λαχανικά.

Παρόξω απ΄ την αυλή σιμά στη θύρα, είχε περβόλι,
τεσσάρω ζευγαριών παντού καλοφραγμένο γύρω,
που δέντρα πλήθος φαίνονται αψηλά και φουντωμένα,
εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες.
Δε λείπει ολοχρονίς καρπός, χειμώνα καλοκαίρι,
τι άλλα τ΄ αγέρι το γλυκό γεννάει κι άλλα ωριμάζει.
Μεστώνει απίδι, κι άλλο ανθεί, και μήλο πά στο μήλο,
πα στο σταφύλι άλλο τσαμπί, και σύκο πα στο σύκο.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Η, στίχ. 112-121, μετ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Παρακάτω ακολουθεί η περιγραφή του αμπελιού:
Βρίσκεται φυτεμένο εκεί και πλούσιο αμπελοκήπι,
με αλώνι μέσα λιακωτό σε γής καλοστρωμένη,
που από τον ήλιο δέρνεται, σταφύλια αλλού τρυγιούνται,
αλλού πατιούνται, παρακεί να βάφουν αρχινάνε.
Εχει κι ωριόπλουμες βραγιές στου περιβολιού τις άκρες,
κάθε λογής, που ολοχρονίς φαντάζουνε στο μάτι.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Η, στίχ. 43-45, μετ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Τα απαραίτητα για το σπίτι αντικείμενα της χειροτεχνίας κατασκευάζονταν σε οικιακά εργαστήρια, που υπήρχαν σε κάθε οίκο. Οι χειροτεχνικές δουλειές γίνονταν κυρίως από τις δούλες. Οι δούλες δούλευαν στο χερόμυλο: "Άλεθαν το χρυσό στάρι". Άλλες έκλωθαν νήματα και τα ύφαιναν στους αργαλειούς. Κάθονταν η μια δίπλα στην άλλη "σαν τα τρεμάμενα φύλλα της λεύκας". Οι τεχνίτριες του Αλκίνοου, οι κλώστρες και οι υφάντρες ξεχώριζαν για τη μεγάλη τέχνη στη δουλειά τους. Τα υφάσματα που ύφαιναν ήταν τόσο πυκνά, που, σύμφωνα με τα λόγια του ποιητή, ακόμα και το λάδι δεν περνούσε απ΄ αυτά. Όλες τις δουλειές του σπιτιού τις διεύθυνε η οικοδέσποινα Αρήτη, η γυναίκα του Αλκίνοου. Ζώντας κοντά στη θάλασσα, οι Φαίακες αγαπούσαν τα θαλασσινά ταξίδια. Απόχτησαν μάλιστα και τη φήμη ξακουστών θαλασσοπόρων, που είχαν καλά καράβια και καλά λιμάνια. Ο Οδυσσέας, λέει ο ποιητής, κοίταζε:

Και το λιμάνι θάμαζε με τα καράβια εκείνος,
τις αγορές που κάθονταν οι ηρώοι, και τα μεγάλα
τα ξυλοσκέπαστα τειχιά, που θάμα ήταν μονάχο

(σσ Ομήρου "Οδύσσεια", ραψωδία Η, στίχ. 43-45, μετ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Το μεγαλύτερο μέρος από τα προϊόντα που έβγαζαν από τη γη ή αποχτούσαν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ξοδεύονταν στο σπίτι του βασιλιά. Η φυσική οικονομία και οι σχέσεις της φυσικής οικονομίας διατηρούνται ακόμα ολοκληρωτικά στο βασίλειο των Φαιάκων, που ήταν "ξακουστοί στη θάλασσα και φίλοι των κουπιών". Στο έπος οι Φαίακες παρουσιάζονται σαν ξέγνοιαστοι άνθρωποι που "αγαπούν τις γιορτές, τους χορούς και το τραγούδι". Αυτά ισχύουν για όλους τους Φαίακες γενικά, μα ξεχωριστά για τους "ευγενείς άνδρες", που κάθονταν στα καθίσματα με ιεραρχική σειρά και ανάλογα με την ηλικία και απολάβαιναν τα πιοτά και τα φαγητά. Η φυσική οικονομία και η αφθονία των προϊόντων έδιναν στους βασιλιάδες τη δυνατότητα να ζουν πλουσιοπάροχα, με την πατριαρχική έννοια της λέξης, να κάνουν συχνά και πλούσια συμπόσια και να δέχονται φιλόξενα τους ξένους. Προς τιμήν του άγνωστου (Οδυσσέα) που έφτασε στο νησί του, ο Αλκίνοος οργανώνει μεγαλόπρεπο συμπόσιο, που σ΄ αυτό κάλεσε όλους τους συγγενείς και τους συμπεθέρους του, ευγενείς άνδρες και "πολλούς από τον απλό λαό".

Γέμισαν όλες οι αίθουσες, οι αυλές και τα χαγιάτια
από άντρες που μαζώχτηκαν, γέροι και νιοί περίσσοι,
Δώδεκ΄ αρνιά τους έσφαξε ο Αλκίνος, οχτώ χοίρους
ασπρόδοντους και βόδια δυό λοξόποδα τους κόβει,
που τάγδαραν και τάσφαξαν και στρώσανε τραπέζια.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Θ΄, στίχ. 57-61. Μετάφ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Ανάμεσα στους καλεσμένους είναι και ο ξακουστός τυφλός τραγουδιστής (αοιδός), Δημόδοκος, που στο πρόσωπό του ο Όμηρος απεικόνισε τον εαυτό του.

Φέρνει κι ο κράχτης τον καλό τραγουδιστή μαζί του,
που η Μούσα τον αγάπησε, και τούδοσε σμιγμένο
καλό μαζί με το κακό. Το φώς του αυτή του πήρε
μα τούφερε γλυκειά φωνή. Θρονί αργυροδεμένο
στους καλεστούς ανάμεσα του στήνει ο κράχτης, δίπλα

στήλου αψηλού... (σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Θ΄, στίχ. 72-73, Μετ. Εφταλιώτη)

Κι από πιοτό κι από φαί σα φράνθηκε η καρδιά τους,
τον ψάλτη η Μούσα κίνησε να ψάλει αντρώνε δόξες

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Θ΄, στίχ. 72-73, Μετ. Εφταλιώτη)

Ύστερα από το συμπόσιο ακολουθούν αγώνες δρόμου, πάλη, δισκοβολία, πυγμαχία και στο τέλος χοροί της νεολαίας των Φαιάκων. Στους χορούς πήραν μέρος και οι δώδεκα γιοι του Αλκίνοου.

Στεκότανε ιδρομούστακοι, τεχνίτες χορευτάδες,

κι αρχίσαν θεϊκό χορό και κοίταγε ο Οδυσσέας τα πόδια τ΄ αστραφτόγοργα, και θάμαζε η ψυχή του.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Θ΄, στίχ. 263-265, Μετ. Εφταλιώτη)

Στο συμπόσιο πήρε μέρος και η "πανέμορφη κόρη" του Αλκίννοου η Ναυσικά, που θάμπωσε τον ξένο με την ομορφιά της. Οταν ο ξένος φεύγει, ο σπιτονοικοκύρης και η οικογένειά του του προσφέρουν πλούσια δώρα. Καθένας από τους δώδεκα γιους του Αλκίνοου δίνει στον ξένο, που φεύγει, χρυσάφι και ρούχα. Ο ίδιος ο Αλκίνοος του χαρίζει το χρυσό κύπελλο του, η Αρήτη υφάσματα, κλωστές και ένα θαυμάσιο κιβώτιο, όπου τοποθετούν τα δώρα. Ύστερα από αυτό στέλνουν τον συγκινημένο από την ξεχωριστή φιλοξενία και την καλοσύνη του σπιτονοικοκύρη ξένο με μαγικό καράβι στην πατρίδα του Ιθάκη.

Στα παλάτια των πλούσιων βασιλιάδων συνωστιζόταν πάντα η πολυάριθμη συνοδεία τους, (οι σύντροφοι και οι συνοδοί), πλήθος συγγενείς, συμπέθεροι, φίλοι και φιλοξενούμενοι. Όλοι αυτοί ξόδευαν τεράστιες ποσότητες τρόφιμα που ετοιμάζονταν στον οίκο. Ο Οδυσσέας είχε δώδεκα κοπάδια ταύρους με μεγάλα κέρατα, άλλα τόσα κοπάδια πρόβατα, γίδια και γουρούνια. Όλες οι φροντίδες για το νοικοκυριό και τα χωράφια τις είχε ο επιστάτης του οίκου, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν πρώην δούλος. Στον Οδυσσέα το ρόλο του πρώτου επιστάτη εκτελούσε ο "θείος βοσκός", ο δούλος Εύμαιος, "αρχηγός ανθρώπων". Στις αποθήκες του Οδυσσέα βρίσκονταν αμέτρητα αποθέματα χρυσού και χαλκού. Ακόμα φυλάγονταν στις αποθήκες και πολλά ρούχα και αρωματικά έλαια. Στο μάκρος των τοίχων βρίσκονταν οι πήλινοι αμφορείς γεμάτοι με παλιό κρασί που σπιθοβολούσε.

3. To oικονομικό καθεστώς της ομηρικής κοινωνίας

Όσο πατριαρχική και αυτάρκης κι αν φαίνεται η ζωή του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, όμως κι αυτός δεν τα βγάζει πέρα χωρίς αντικείμενα που να έρχονται απ΄ έξω. Οι Φαίακες φημίζονταν σαν ξακουστοί θαλασσοπόροι. Την ίδια φήμη είχαν και μερικοί άλλοι βασιλιάδες. Ήρθε καιρός που τα προϊόντα από τα δικά τους χωράφια, τα κοπάδια, τους δεντρόκηπους και τους λαχανόκηπους δεν ικανοποιούσαν πια τους πλούσιους βασιλιάδες. Το δικό τους νοικοκυριό και η ζωή τους γίνονταν όλο και στενότερα και γι΄ αυτό αναγκάζονταν να καλύψουν τις ελλείψεις με αντικείμενα φερμένα απ΄ έξω. Η ελληνική αριστοκρατία αγόραζε με ευχαρίστηση από τους Φοίνικες που ύστερα από την παρακμή των κοινωνιών του Αιγαίου έπαιζαν το ρόλο του εμπορικού μεσάζοντα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση - αντικείμενα πολυτέλειας, με τέχνη κατασκευασμένα από τους τεχνίτες της Ανατολής.

Η υπόθεση όμως δε σταμάτησε σ΄ αυτό. Οι βασιλιάδες που διακρίνονταν για την τόλμη και το επιχειρηματικό τους μυαλό, κάνοντας μακρινά ταξίδια, γνώριζαν τη ζωή των άλλων βασιλιάδων και λαών, τους πήγαιναν δώρα (κρασιά, όπλα, δούλες κλπ.) και σ΄ αντάλλαγμα έπαιρναν άλλα δώρα.

Βλάμη μου σ΄ έχω πατρικό απ΄ τα παλιά τα χρόνια.
Γιατί ο Οινέας μια φορά στο σπίτι το λεβέντη
Βελλερεφόντη ως είκοσι φιλοξενούσε μέρες.
Μάλιστα οι δυό τους κι άλλαξαν πανώρια θυμητάρια.
Ζουνάρι ο ένας έδωκε κοκκινολαμπρισμένο,
κι ο γιός του Γλάφκου ένα χρυσό διπλόγουβο ποτήρι,
π΄ ακόμα σπίτι βρίσκουνταν για δώ σαν ξεκινούσα.

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Ζ΄, στίχ. 215-221. Μετ. Α. Πάλλη)

Ιδιαίτερα φημίστηκε για τα ταξίδια του ο αδελφός του Αγαμέμνονα Μενέλαος, που ήταν προικισμένος με γερό μυαλό. Ο Μενέλαος επισκέφτηκε πολλές χώρες, μαζί και την Αίγυπτο.
Πολύ εκεί βιός συνάζοντας και μάλαμα ο Μενέλαος,
με τα καράβια γύριζε σ΄ αλλόγλωσσους ανθρώπους.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Γ΄, στίχ. 301-302. Μετ. Αργύρη Εφταλιώτη).

Γι΄ ανταλλαχτική μονάδα χρησιμοποιούσαν ζώα κι ιδιαίτερα τους ταύρους. Εκτός από τους ταύρους χρησιμοποιούνταν και άλλες αξίες, όπως λ.χ. κομμάτια ορείχαλκου και σίδερου με ορισμένο βάρος, τσεκούρια, τρίποδες και χρυσά τάλαντα. Για μέτρο μήκους χρησίμευε ο πήχυς, για τον όγκο ο φοίνικας (Χοίνιξ), που ήταν ίσος με την καθημερινή μερίδα σταριού, την απαραίτητη για έναν ενήλικο άνθρωπο. Μερικοί βασιλιάδες άρχισαν κιόλας να ενδιαφέρονται λιγότερο για το αγροτικό νοικοκυριό, για τη στρατιωτική και ιερατική δράση και να μετατρέπονται σε επαγγελματίες εμπόρους και επιχειρηματίες. Τέτιος ήταν λ.χ. ο Εύνηος, γιος του Ιάσωνα, που αναφέρεται στην "Οδύσσεια".

Κι ήρθαν καϊκια με κρασί της Λήμνος φορτωμένα πολλά, που ο γιός τους τάστειλε του Ιάσου, ο Καλοκράσης, (σσ Καλοκράσης: Πρόκειται για τον Εύηνο, γιό του Ιάσωνα) που γέννησε απ΄ το βασιλιά τον Ιάσο η Υψιπύλη.
Και χώρια για τ΄ Ατρέα τους γιούς, Μενέλα κι Αγαμέμνο,
του Ιάσου ο γιός κρασί έδωκε να πάνε ως χίλια μέτρα.
Αγόραζε λοιπόν κρασί των Αχαιών το πλήθος,
ποιός με λεβέτια χάλκινα και πιός με σιδερένια
και ποιός μ΄ ασκιά βοϊδόπετσας, άλλοι με βόδια πάλι,
κι άλλοι με σκλάβους.

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Π΄, στίχ. 467-475. Μετ. Α. Πάλλη)

Και ο ίδιος, ο πολυμήχανος Οδυσσέας γνώριζε καλά τα τεχνάσματα των εμπόρων. Όταν κάπου διηγείται τη φανταστική βιογραφία του, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται σαν γιος πλούσιου έμπορα της Κρήτης, γεννημένος από δούλα, όμως ¨πολύ τιμημένη στην οικογένεια".

...Η αντριωμένη
ψυχή μου τότες θάνατο δε λόγιαζε μπροστά της,
μόν΄ πρώτος πρώτος χούμιζα, κι όποιος εχτρός δε μπόρεσε
να με ξεφύγει, τούπαιρνα τη ζωή με το κοντάρι.
Τέτοιος εγώ στον πόλεμο, δε μ΄ άρεζαν χωράφια
και σπιτικά, που συνηθούν λαμπρά παιδιά να θρέφουν,
μόνε πλοία με κουπιά λαχτάραγε η καρδιά μου.
Πολέμους, και καλόξεστα κοντάρια και σαγίττες,
κακά, που φόβο σε αλλονούς κι ανατριχίλα δίνουν.
Μα πάλε, τα όσα μούβαζε ο Θεός στο νού αγαπούσα,
τι άλλα ο ένας κυνηγάει, κι άλλα ζητάει ο άλλος.
Και πρίν ακόμη οι Αχαιοί πατήσουνε στην Τροία,
εννιά φορές εγώ αρχηγός με τα καράβια βγήκα,
σε ξένους τόπους και πολλά μάζεβα τότε πλούτια.
Διάλεγα μέρος, και πολλά μου πέφταν και στον κλήρο.
Μεγάλωσε κι αρχόντηνε μεμιάς το σπιτικό μου,
κι όλοι στην Κρήτη μ΄ έβλεπαν με σεβασμό και φόβο...
Τι μόλις μήνα χάρηκα παιδιά, γυναίκα, πλούτια,
και πόθος μούρθε στην καρδιά καράβια ν΄ αρματώσω,
και με συντρόφους διαλεχτούς στην Αίγυπτο να σύρω.
Εννιά καράβια αρμάτωσα, και τρέξαν μέσα κόσμος.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Ξ΄, στίχ. 218-234 και 244-247 Μετ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Όταν έφτασαν στην Αίγυπτο οι σύντροφοι του Οδυσσέα άρχισαν να λεηλατούν τα γεμάτα καρποφόρα δέντρα χωράφια των κατοίκων της Αιγύπτου και αιχμαλώτισαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Είναι αλήθεια, ότι αυτή τη φορά οι έμποροι-πειρατές έπεσαν έξω στους υπολογισμούς τους: ενώ ξεκίνησαν για λεία και δούλους, οι σύντροφοι του εμπόρου της Κρήτης πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Από το εμπόριο, που δεν ήταν ακόμα χωρισμένο από την πειρατεία, μεγάλωναν τα πλούτη των βασιλιάδων κι άρχισε να αποσυντίθεται η φυσική οικονομία και η πατριαρχική ζωή.

Συγκρίνοντας την "Ιλιάδα" με την "Οδύσσεια" μπορούμε να διαπιστώσουμε πώς άλλαξε κι ο ίδιος ο τύπος του βασιλιά. Οι ήρωες της "Ιλιάδας" - ο Αχιλλέας κι ο Έκτορας - παρουσιάζονται στο έπος σαν στρατιωτικοί αρχηγοί-ήρωες, που διακρίνονται για τη σωματική τους ρώμη, την επιδεξιότητα αλλά και τη σκληρότητα. Ο Αχιλλέας παρομοιάζεται με χείμαρρο που κατεβαίνει γοργά και με θόρυβο από τα βουνά και καταστρέφει το καθετί που συναντά στο δρόμο του. Στη δύναμη και την επιδεξιότητα ο Αχιλλέας μοιάζει με τον αϊτό, το δυνατότερο και γρηγορότερο απ΄ όλα τα πουλιά, το μαυρόφτερο κυνηγό που πετάει στα ουράνια ύψη. Οπλισμένος με βαρύ ξίφος, και φορώντας αστραφτερή περικεφαλαία, ο Αχιλλέας φαίνεται τρομερός και φοβερός, σαν τη δυνατή φωτιά ή τον ήλιο που ανατέλλει.

Δεν είναι λιγότερο άγριος, τραχύς και σκληρός ο ήρωας της Τροίας Έκτορας, γιος του βασιλιά Πρίαμου. Ο Έκτορας πρώτος εξορμά ενάντια στο στρατό των Αχαιών, πρώτος ανεβαίνει στην πύλη, "σπάει την πυκνή παράταξη των αχαιών πολεμιστών και τους τρέπει σε φυγή". Εντελώς διαφορετική εικόνα μας παρουσιάζει η "Οδύσσεια". Ο κυριότερος ήρωας της "Οδύσσειας" είναι ο πολυμήχανος και πολύπειρος Οδυσσέας, το ίδιο επιδέξιος στον πόλεμο, στη γεωργία και στο εμπόριο. Οι βασιλιάδες και οι άρχοντες αποτελούσαν το πάνω, το λεπτό στρώμα της ομηρικής κοινωνίας. Το μεγαλύτερο όμως μέρος του πληθυσμού ήταν ο "δήμος", ο λαός, που τον αποτελούσαν οι μεσαίοι και μικροί γαιοκτήμονες, οι χειροτέχνες και οι δούλοι. Η εμπορευματο-χρηματική οικονομία προκάλεσε την αγοραπωλησία της γης και τη συγκέντρωσή της στα χέρια της αριστοκρατίας. Τα κομμάτια της γης των μεσαίων και των μικρών γαιοχτημόνων, οι κλήροι, περνούσαν στα χέρια της αριστοκρατίας και οι κάτοχοί τους έχαναν τα χωράφια και φτώχαιναν. Η ομοιογενής μάζα του δήμου διαφοροποιείται και η αγροτική κοινότητα αποσυντίθεται. Ένα μέρος του δήμου μετατρεπόταν σε μεσαίους και μικρούς γαιοκτήμονες, το άλλο καταστρεφόταν, το τρίτο γινόταν χειροτέχνες και έμποροι.

Οι ελεύθεροι γεωργοί αναφέρονται αρκετά συχνά στο έπος. Είναι πολύ προσηλωμένοι στους κλήρους τους, φροντίζουν για το πότισμά τους, ρίχνουν κοπριά και τους καλλιεργούν με τις δυνάμεις της οικογένειάς τους και με τη βοήθεια λίγων δούλων. Στον τύπο αυτών των ανθρώπων ανήκει, λογουχάρη, ο "σεβάσμιος γέροντας" Λαέρτης, πατέρας του Οδυσσέα.

...Πήγαινε και ρώτηξε το γέρο
ήρωα Λαέρτη, λένε αυτός πια δεν πατάει στην πόλη,
παρά μακριά στην εξοχή μονάχος τυραννιέται,
και γέρικη σπιτοκυρά θροφή του παραθέτει,
η κούραση τα σκέλια του σαν πιάσει, που με κόπο
τα σέρνει στον ανήφορο του αμπελοχώραφού του.
(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Α΄, στίχ. 188-193. Μετ. Αργύρη Εφταλιώτη)

Ένα μέρος του ελεύθερου πληθυσμού, βαρυμένο με τις πολεμικές εκστρατείες και τους φόρους, φτώχαινε, καταστρεφόταν και περνούσε στην κατηγορία την θητών. Θήτες ονομάζονταν στην ομηρική Ελλάδα οι φτωχοί άνθρωποι που έχαναν το δεσμό τους με το γένος. Οι θήτες δεν είχαν δικές τους εστίες, δεν ανήκαν σε γένος και σε φατρία και γι΄ αυτό ήταν εντελώς απροστάτευτοι. Στην κατηγορία των θητών περνούσαν τα ξεπεσμένα μέλη του γένους, τα μέλη που εγκατέλειψαν το γένος ή διώχτηκαν απ΄ αυτό, οι απόγονοι του νικημένου πληθυσμού, οι ξένοι κλπ. Η χειροτέρευση της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης του ελεύθερου πληθυσμού φαινόταν ανάμεσα στ΄ άλλα και από την ανάπτυξη της ζητιανιάς, που ήταν πολύ διαδομένη στην εποχή της "Οδύσσειας". Η "Οδύσσεια" καθρεφτίζει τη ζωή εποχής πιο κατοπινής από την "Ιλιάδα". Κοκαλιάρηδες, κουρελήδες, με το ραβδί στο χέρι και το σακούλι στον ώμο οι ζητιάνοι γυρίζανε στα χωριά και στις πόλεις, από σπίτι σε σπίτι, ζητώντας ελεημοσύνη. Οι ζητιάνοι δεν είχαν που να γείρουν το κεφάλι τους. Το καλοκαίρι ζούσαν και ξενυχτούσαν κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, το χειμώνα τρύπωναν στο "χάλκινο σπίτι" (σιδεράδικο), που χρησίμευε ταυτόχρονα για πανδοχείο και τόπος συγκέντρωσης του απλού λαού.

"Καημένε ξένε, που θαρρώ ξεκουτιασμένος είσαι,
δεν πας μες σε χαλκιάδικο να κοιμηθείς ή χάνι
μόνε ήρθες και μωρολογάς εδώ με τόσο θάρρος
σ΄ αυτούς τους άντρες ομπροστά χωρίς να νοιώθεις φόβο;
(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Σ΄, στίχ. 327-330. Μετ. Αρ. Εφταλιώτη)

Ένα μέρος από τους θήτες ξέπεσε ως το επίπεδο των αλητών, που ζούσαν στα σιδεράδικα ή κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Ένα άλλο μέρος γινόταν μεροκαματιάρηδες, που δούλευαν στους οίκους των βασιλιάδων και πληρώνονταν σε είδος.

"Θαρχόσουν τάχα εργάτης μου, α σε ζητούσα, ώ ξένε,
σε κάποια άκρη χωραφιών, με πλερωμή, να φέρνεις
λιθάρια για τους φράχτες μου, και δέντρα να φυτεύεις;
Εκεί θροφή θα σούδινα και με το παραπάνω,
και θάχες και φορέματα και τα ποδήματά σου.
(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Σ΄, στίχ. 357-361, Μετ. Αρ. Εφταλιώτη)

Όπως βλέπουμε από ένα άλλο χωρίο της "Οδύσσειας", η κατάσταση των μεροκαματιάρηδων ήταν στην ομηρική Ελλάδα πολύ άσχημη, σχεδόν απελπιστική. Οι άνθρωποι πήγαιναν σ΄ αυτή τη δουλειά μόνο σε τελευταία ανάγκη. Μονάχα το θάνατο θεωρούσαν χειρότερο από τη μισθωτή δουλειά.

Κάλλιο στη γής να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου
μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Αδη να είμαι.
(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Λ΄, στίχ. 490-491 Μετ. Αρ. Εφταλιώτη)

λέει στο βασίλειο των σκιών ο πεθαμένος Αχιλλέας στον Οδυσσέα. Η κοινωνική διαφοροποίηση, που προκλήθηκε από την οικονομική άνοδο της Ελλάδας, δημιουργούσε ευνοϊκούς όρους για την ανάπτυξη της χειροτεχνίας, που αποχωριζόταν από τη γεωργία. Πρώτα-πρώτα χωρίστηκε από τη γεωργία ή σιδηρουργία - η "αρχαία μεταλλουργία". Για να κατασκευαστούν μετάλλινα όπλα, θώρακες, σιδερένια ξίφη, ακόντια, αιχμές για τα ακόντια, βέλη, πολεμικά άρματα κλπ., όλα αυτά απαιτούσαν πείρα και τέχνη.

Στη ραψωδία Σ΄ της "Ιλιάδας" περιγράφεται το οπλοποιείο του Θεού Ήφαιστου, όπου κατασκευάστηκε η περίφημη ασπίδα του Αχιλλέα. Τα φυσερά ανάβουν δυνατές φωτιές στα καμίνια που δίνουν τη δυνατότητα στο θεό σιδηρουργό να σφυρηλατεί το μέταλλο πότε με μεγαλύτερη, πότε με μικρότερη δύναμη. Στα καμίνια δουλευότανε ο χαλκός, ο κασσίτερος, το ασήμι, το χρυσάφι και το σίδερο. Στη χρησιμοποίηση του σίδερου η ομηρική εποχή παρουσιάζει πρόοδο σε σύγκριση με την αιγαιική, που δε γνώριζε το σίδερο. Στα διάφορα μέρη της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" το σίδερο δεν παίζει τον ίδιο ρόλο. Μερικές φορές το παρουσιάζουν σαν πολύτιμο "ευγενικό" μέταλλο, άλλες φορές κατασκευάζουν απ΄ αυτό τα σπιτικά εργαλεία. Στα παλιότερα (χρονολογικά) μέρη της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" το σίδερο παρουσιάζεται ακόμα σαν σπάνιο μέταλλο, στα κατοπινά μέρη, που ανήκουν στην περίοδο της τελικής διαμόρφωσης του ποιήματος, το σίδερο είναι πια πολύ γνωστό. Δίκαια τα σιδερένια εργαλεία αναφέρονται σε καθε λογής συγκρίσεις και μεταφορές.

Στα οπλοποιεία κατασκευάζονταν ασπίδες, θώρακες περικεφαλαίες, πανοπλίες κλπ. Δηλαδή ολόκληρος ο οπλισμός του έλληνα πολεμιστή. Εκτός από το φυσερό, άλλα εργαλεία δουλειάς ήταν η βαριά και η τανάλια. Πότε-πότε καλούσαν τους χειροτέχνες στα σπίτια και αυτοί έρχονταν με τα εργαλεία τους και δούλευαν με τα υλικά του πελάτη.

Και ποιός ποτές του γύρεψε να προσκαλέσει ξένον
αλλούθε, εξόν αν ήτανε χρειαζούμενος τεχνίτης,
κανένας μάντης, ή γιατρός, ή ξυλουργός, ή θείος
τραγουδιστής, που με γλυκά τραγούδια μας γλεντίζει; (σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Ρ΄, στίχ. 382-285 Μετ. Αργ. Εφταλιώτη)
...ήρθε ο χαλκιάς κρατώντας
στα χέρια του τα σύνεργα της χρυσικής, αμόνι,
σφυρί, καλόφτιαστη τανάλια. (σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Γ΄ , στίχ. 432-434 Μετ. Αργ. Εφταλιώτη)

Από τους χειροτέχνες (δημιουργούς) ο Όμηρος αναφέρει: τους σιδεράδες, τους οικοδόμους, τους βυρσοδέψες, τους αγγειοπλάστες, τους υφαντουργούς, τους χρυσοχόους, τους αργυροχόους και πολλούς άλλους. Στους δημιουργούς ανήκαν και οι αοιδοί, οι γιατροί, οι κήρυκες και οι μάντεις. Μολαταύτα στην ομηρική κοινωνία δεν υπήρχε ακόμα αυστηρός καταμερισμός της εργασίας και ειδίκευση στα επαγγέλματα. Ο οικοδόμος μπορούσε να παρουσιάζεται πότε σαν ξυλουργός και ναυπηγός, πότε σαν κατασκευαστής αμαξιών και επίπλων. Ο βυρσοδέψης έκανε δερμάτινα ρούχα, ασπίδες και τόπια για παιχνίδια. Ο σιδεράς έκανε ακόντια από ορείχαλκο, σιδερένια εργαλεία, έκανε όμως ταυτόχρονα και μερικές δουλειές χρυσοχόου κλπ.

4. Η δουλεία στην Ομηρική Ελλάδα

Η ομηρική κοινωνία γνωρίζει πιά τη δουλεία. Η εμφάνιση της κουλείας σαν ειδικής κατηγορίας σήμαινε ολόκληρη ανατροπή σ΄ όλο το καθεστώς της κοινωνικής ζωής, στις σχέσεις των ανθρώπων απέναντι στη γή και στις αμοιβαίες σχέσεις τους. Με τη δουλεία συνδέεται η αποσύνθεση του καθεστώτος των γενών, ο σχηματισμός της ατομικής ιδιοκτησίας, των τάξεων και του κράτους.

"...Στο κατώφλι της ντοκουμενταρισμένης ιστορίας - γράφει ο Ενγκελς - βρίσκουμε κιόλας παντού τα κοπάδια να είναι ξεχωριστή ιδιοκτησία του αρχηγού της οικογένειας, ακριβώς όπως γινόταν με τα δημιουργήματα της τέχνης της βαρβαρότητας, με τα μετάλλινα σκεύη, τα είδη πολυτελείας και τέλος με τα ανθρώπινα χτήνη - τους δούλους.

...Για τον βάρβαρο της κατώτερης βαθμίδας ο δούλος δεν είχε αξία. Γι΄ αυτό και οι ινδιάνοι της Αμερικής φέρνονταν εντελώς διαφορετικά στους νικημένους εχθρούς απ΄ ότι γινόταν στην ανώτερη βαθμίδα. Τους άντρες τους σκότωναν ή τους δέχονταν σαν αδέλφια στη φυλή των νικητών. Τις γυναίκες τις παντρεύονταν ή ακόμα τις υιοθετούσαν μαζί με τα παιδιά τους που είχαν επιζήσει. Η ανθρώπινη εργατική δύναμη σ΄ αυτή τη βαθμίδα δε δίνει ακόμα κανένα αξιοπρόσεκτο περίσσευμα πέρα από τα έξοδα της συντήρησής της. Με την εισαγωγή της κτηνοτροφίας, της επεξεργασίας του μετάλλου, της υφαντουργίας και τέλος της γεωργίας, τα πράγματα άλλαξαν. Όπως οι γυναίκες, που προηγούμενα τις έπαιρναν τόσο εύκολα, είχαν αποκτήσει τώρα εναλλαχτική αξία και τις αγόραζαν, το ίδιο έγινε και με τις εργατικές δυνάμεις, ιδιαίτερα από τότε που τα κοπάδια πέρασαν οριστικά στην οικογενειακή ιδιοκτησία. Η οικογένεια δεν πληθαίνει τόσο γρήγορα όσο τα ζώα. Για να τα φυλάνε χρειάζονται τώρα περισσότεροι άνθρωποι. Γι΄ αυτή τη δουλιά ήταν κατάλληλος ο εχθρός αιχμάλωτος πολέμου, που άλλωστε μπορούσε να πολλαπλασιάζεται ακριβώς όπως και τα ζώα". (σσ Φ. Ενγκελς, "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοχτησίας και του κράτους". Μαρξ-Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, τομ. 2ος, σελ. 243-244, ελλην. έκδ. 1951).

Στην εξέλιξή της η δουλεία πέρασε κάμποσους σταθμούς, αρχίζοντας από την οικιακή ή πατριαρχική δουλεία και φτάνοντας στη δουλεία στην κλασική της μορφή. Στην πρώτη περίπτωση ο δούλος χρησιμοποιείται σαν υπηρέτης του οίκου ή σαν μέλος του προσωπικού, στη δεύτερη σαν εργαλείο εργασίας, σα ζωντανή ομιλούσα μηχανή. Στη μέση, ανάμεσα στην πατριαρχική και στην κλασική δουλεία, βρίσκεται η δουλεία των λαών των αρχαίων μοναρχιών. Τέτιο χαραχτήρα είχε, όπως φαίνεται, η δουλεία στην Κρήτη και στις Μυκήνες. Στην ομηρική Ελλάδα επικρατούσε κυρίως η οικιακή δουλεία. Οι ισχυροί και πλούσιοι βασιλιάδες είχαν δούλους, που τους χρησιμοποιούσαν σαν υπηρέτες του σπιτιού - μάγειρους, ιπποκόμους, οινοχόους, οικονόμους κλπ. - ή σαν εργάτες στα οικιακά εργαστήρια. Στα γυναικεία εργαστήρια που βρίσκονταν κοντά στους γυναικωνίτες - κατοικίες των γυναικών - δούλευαν τεχνίτρες από τη Σιδώνα ή τη Φοινίκη και ειδικεύονταν σε ορισμένες δουλειές. Η δουλειά των δούλων χρησιμοποιούταν και στην αγροτική οικονομία, στη γεωργία και κτηνοτροφία, στ΄ αμπέλια και τους ελαιώνες. Σε μερικές περιπτώσεις οι δούλοι έπαιρναν από τους κυρίους μικρά κομμάτια γης (κλήρους), σπίτι, ακόμα και γυναίκα, με λίγα λόγια το καθετί, που "οι καλοί κύριοι συνηθίζουν να δίνουν στους πιστούς υπηρέτες τους".

Η μη διαφοροποιημένη στην αρχή δουλειά των δούλων-υπηρετών αρχίζει σιγά σιγά να διαφοροποιείται. Στο έπος αναφέρονται δούλοι γελαδάρηδες, χοιροβοσκοί, ζευγολάτες κλπ., αναφέρονται επίσης "επιστάτες δούλων", ανώτεροι και κατώτεροι δούλοι. Στα υφαντουργικά εργαστήρια του Αλκίνοου, του Οδυσσέα και άλλων βασιλιάδων οι επιδέξιες τεχνίτρες (από τη Σιδώνα) κατασκευάζουν λεπτά, κομψά και στέρεα υφάσματα, παίρνοντας υπόψη τους την εκλεπτυσμένη από τα ανατολικά πρότυπα καλαισθησία της στρατιωτικής αριστοκρατίας. Στα εργαστήρια αυτά η κάθε τεχνίτρα εκτελούσε μια συγκεκριμένη δουλειά, πράγμα που προϋπόθετε κιόλας ειδίκευση και καταμερισμό της εργασίας. Μιλώντας για τους δούλους, ο Όμηρος δεν ξεχνά να αναφέρει και τις αρνητικές πλευρές της δουλειάς των δούλων, την έλλειψη ενδιαφέροντος για τη δουλειά που κάνουν.

Κ΄ οι δούλοι, σα δε βρίσκεται ποπάνω τους αφέντες
δουλιά να κάνουνε σωστή δε θέλουνε πιά τότες:
Τι παίρνει τη μισή αρετή του ανθρώπου ο βροντορήχτης
ο Δίας, άμα της σκλαβιάς η μαύρη τούρθε μέρα.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Ρ΄, στίχ. 320-324. Μετ. Αργ. Εφταλιώτη)

Ανάμεσα στους μικρούς ιδιοχτήτες και τους δούλους τους διατηρήθηκε ακόμα και το πατριαρχικό πνεύμα και η απλότητα των σχέσεων. Ζούνε μαζί, μαζί τρώνε και κοιμούνται. Στα παλάτια όμως των βασιλιάδων οι πατριαρχικές αυτές σχέσεις αρχίζουν να εξαφανίζονται. Η διαφορά ανάμεσα στους δούλους και τους ελεύθερους γίνεται πιο έντονη. Ο Οδυσσέας φέρνεται φιλικά σε μερικούς δούλους, όπως πχ., στον Εύμαιο, ταυτόχρονα όμως ο ποιητής μας περιγράφει πόσο σκληρά τιμώρησε ο Οδυσσέας τις δούλες του, που πιάστηκαν να συνεννοούνται με τους μνηστήρες της γυναίκας του Πηνελόπης.

Ετσι αυτές στέκουν στη σειρά σαν γίδες κρεμασμένες
φριχτή θηλειά στο λαιμό να κακοθανατίσουν
και πρίν πεθάνουν δέρνονταν μονάχες λίγην ώρα.
Κι ύστερα τον Μελάνθιο βγάλαν από το σπίτι.
Τον φέραν έξω στην αυλή, στης θύρας το κατώφλι
και με τον άσπλαχνο χαλκό κόβουν αυτιά και μύτη,
του βγάλαν τ΄ αμελέτητα και στα σκυλιά τα ρίξαν,
στο φοβερό τους το θυμό του κόψαν χέρια-πόδια.

(σσ Ομήρου, "Οδύσσεια", ραψωδία Χ΄, στίχ. 471-477)

Κύρια πηγή για την απόκτηση δούλων, τόσο στην ομηρική, όσο και στην μεταομηρική (κλασική) Ελλάδα, ήταν οι πόλεμοι. Οι αιχμάλωτοι πολέμου ή έπεφταν άμεσα στα χέρια του δουλοκτητών ή αγοράζονταν από τους εμπόρους, που τους μεταπουλούσαν αργότερα στους πελάτες τους. Στην "Ιλιάδα" ο Εύνηος, γιος του Ιάσωνα, παίρνει δούλους από τους Αχαιούς, που πολεμούσαν στα τείχη της Τροίας, και τους δίνει σ΄ αντάλλαγμα κρασί, ταύρους, δέρματα, χαλκό και σίδερο. Ανάμεσα στους Μεσογειακούς λαούς, οι κύριοι προμηθευτές δούλων ήταν από τα αρχαιότερα χρόνια οι Φοίνικες. Οι Φοίνικες είχαν κακή φήμη εμπόρων, που για το κέρδος δε σταματούσαν μπροστά σε τίποτα. Οι Φοίνικες αγόραζαν αιχμάλωτους πολέμου ή με λογής-λογής πανουργίες και απάτες άρπαζαν ανθρώπους και κυρίως γυναίκες.

Η αξία του ανθρώπινου εμπορεύματος (δούλου) καθοριζόταν ανάλογα με την ποιότητά του, από 8 ως 20 ταύρους. Οι ταξικές αντιθέσεις παρουσιάζονται στο ομηρικό έπος πέρα για πέρα καθαρά κι έντονα. Η στρατιωτική αριστοκρατία του γένους είναι αντιμέτωπη στη μάζα των "ταπεινών" και "κακών" ανθρώπων. Σε διάκριση απ΄ αυτούς, οι αριστοκράτες αυτοονομάζονται "ευγενείς", "καλοί", "παχείς" και "καλοθρεμμένοι" άνθρωποι, που κατάγονται από τους θεούς. Σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό του σκοπό, να προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα και να δημιουργεί γαλήνια κατάσταση του πνεύματος, ο Όμηρος αποφεύγει, όσο μπορεί, ν΄ απεικονίσει τις δυσάρεστες πλευρές της κοινωνικής ζωής, πράγμα που θα θύμωνε και θα ερέθιζε τους "ευγενείς" ακροατές του, τους βασιλιάδες. Παρ΄ όλα αυτά ο ταξικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους "παχείς" και "καλοθρεμμένους" ιπποδαμαστές και το δήμο, αν και σκεπάζεται από το έντεχνο χέρι του δημιουργού της "Οδύσσειας" και της "Ιλιάδας", βγαίνει ορμητικά στην επιφάνεια από διάφορες αφορμές. Τέτια περίπτωση έντονης εκδήλωσης ταξικού ανταγωνισμού έχουμε στη σκηνή της συνέλευσης των πολεμιστών κάτω από τα τείχη της Τροίας, που συγκάλεσε ο Αγαμέμνονας για να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν τον πόλεμο ή θα σταματήσουν την πολιορκία. Η μεγάλη μάζα των πολεμιστών, που ήρθε στη συνέλευση, καταγόταν από χωριά. Η συνέλευση προχωρούσε θυελώδικα. Ύστερα από τους λόγους των αρχηγών, σαν εκπρόσωπος των λαϊκών μαζών, παίρνει το λόγο ο Θερσίτης.

Από το λόγο του Θερσίτη, φαίνεται τι αισθήματα έτρεφε η μάζα των απλών πολεμιστών απέναντι σ΄ όλους τους βασιλιάδες μαζί και πρώτ΄ απ΄ όλα απέναντι στο βασιλιά των "βασιλιάδων", τον Αγαμέμνονα.

Μα αφτός με βροντερή λαλιά δεν έπαβε να σκούζει.

"Τ΄ Ατρέα γιέ, τι φταίξαμε και πάλι; τι σου λείπει;
Γιομάτο το καλύβι σου μαθές χαλκό, γυναίκες
έχεις πολλές και διαλεχτές, που πρώτα-πρώτα εσένα
στις δίνουμε άμα μπούμε εμείς σε κάνα πλούσιο κάστρο.
Η το χρυσάφι ακόμα θες που τύχει να μας φέρει
και νάνας Τρώας προεστός για ξαγορά του γιού του

..................................................................................

Είσαι αρχηγός μας κι άπρεπο να μας γεμίζεις πίκρες".

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Β΄, στίχ. 224-234 Μετ. Α. Πάλλη)

Ο Όμηρος προσπαθεί να παρουσιάσει το Θερσίτη όσο χειρότερο μπορεί. Λέει ότι ήταν αλλήθωρος, στραβοπόδης, φοβερά καμπούρης κι ότι το φαλακρό κεφάλι του ήτανε σουβλερό. Ο Θερσίτης δε χαριζότανε μήτε μπροστά στους βασιλιάδες, μήτε μπροστά στους αριστοκράτες, τους "παχείς γιους του παντοδύναμου Δία που καταβροχθίζουν λαίμαργα τα δώρα". Στο τέλος της σκηνής, που περιγράψαμε, ο ποιητής δοξάζει τον ήρωα Οδυσσέα, γιατί έκανε πολλά έργα ωφέλιμα για όλο το λαό. Από όλους όμως τους ηρωικούς άθλους του Οδυσσέα ο ποιητής θεωρεί σαν το πιό "ξακουστό" το ότι ημέρωσε τον πιο "υβριστή", το Θερσίτη, που με αυθάδικα λόγια έβριζε τους "αγαπημένους του Δία βασιλιάδες".

Εκτός από την οικονομική και νομική ανισότητα, η διαφορά ανάμεσα στην αριστοκρατία και το λαό εκδηλωνόταν και στη συμπεριφορά των βασιλιάδων αναμεταξύ τους και στη συμπεριφορά τους απέναντι στον απλό λαό. Ο Οδυσσέας, λέει ο ποιητής:

Κι όποιο σημαντικό αρχηγό ή πρόκριτο απαντούσε,
σίμωνε και με φιλικά τόνε σταμάταγε λόγια.
"Ντροπή σου, αδέλφι, να δειλιάς, σαν πρόστυχος!
Και συ ήσυχος, περιόριζε και τ΄ άλλα παληκάρια...".

..................................................................................

Μα όποιον θεωρούσε απ΄ το λαό να σκούζει, του τραβούσε
μια δυό ραβδιές, και τούλεγε με θυμωμένα λόγια:
"Βρε μην κουνιέσαι, κι άκουγε τους άλλους τι θα πούνε,
πούναι απ΄ τα σένα ανώτεροι. Εσύ δειλός και ανάξιος,
μέσ΄ στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη.
Δε θα ορίσουμε δα εδώ, όλοι μικροί μεγάλοι.
Κανόναι η πολυκεφαλιά, μια κεφαλή μονάχα".

(σσ Ομήρου, "Ιλιάδα", ραψωδία Β΄, στίχ. 188-192 και 198-203 Μετ. Α. Πάλλη)

Η υψηλή θέση της αριστοκρατίας καθρεφτιζόταν όχι μόνο στο σεβασμό και τις τιμές, που αποδίδονταν στους βασιλιάδες όταν ζούσαν, αλλά και στις τιμές που τους αποδίδονταν και ύστερα από το θάνατο με τις επίσημες κηδείες. Απ΄ αυτή την άποψη παρουσιάζει ενδιαφέρον η περιγραφή της κηδείας του αχαιού ήρωα Πάτροκλου, του πιο στενού φίλου του Αχιλλέα, που σκοτώθηκε από τον Έκτορα. Η περιγραφή αυτή μας κάνει γνωστά τα έθιμα που επικρατούσαν στις κηδείες στην αριστοκρατική Ελλάδα.

Στην πορεία της αποσύνθεσης της στρατιωτικής δημοκρατίας μειώνεται η σημασία της αγοράς (συνέλευσης), οι φατρίες και οι φυλές μετατρέπονται σε αριστοκρατικούς κρατικούς θεσμούς, που καθοδηγούνται από τους εκπροσώπους λιγοστών γενών με επιρροή. Όσο οι παραπάνω θεσμοί έχαναν τη σημασία και την επιρροή τους, η πολιτική καθοδήγηση περνούσε στο αριστοκρατικό συμβούλιο (βουλή) που είχε επικεφαλής το βασιλιά. Η βουλή έχει την ιστορία της. Στην αρχή η βουλή, όπως και η ρωμαϊκή σύγκλητος της εποχής των βασιλιάδων, ήταν καθαρό συμβούλιο του γένους, που έπαιρναν σ΄ αυτό μέρος όλοι οι αρχηγοί των γενών. Αργότερα όμως η σύνθεση της βουλής στένεψε και πήρε αριστοκρατικό χαρακτήρα. Στη βουλή μπορούσαν να παίρνουν μέρος μόνον οι εκπρόσωποι των γενών που είχαν τα περισσότερα πλούτη και τη μεγαλύτερη επιροή, οι φιλοβασιλείς και οι όμοιοι μ΄ αυτούς αρχηγοί των μεγάλων γενών ή των ενώσεων των γενών. Συνήθως το συμβούλιο συνερχόταν στο παλάτι του μεγαλύτερου βασιλιά και συγκεντρωμένο γύρω από το τραπέζι εξέταζε τα ζητήματα που εισηγούνταν ο βασιλιάς. Ο βασιλιάς άκουγε τις συμβουλές των "σοφών γερόντων", έδινε όρκο και ύστερα, όπως του άρεζε, εφάρμοσε ή δεν εφάρμοζε τις συμβουλές τους.

Η σημασία της βουλής μεγάλωνε όσο πιο σύνθετα γίνονταν τα προβλήματα της διοίκησης κι όσο μεγάλωνε η κοινότητα των συμφερόντων ανάμεσα στις φυλές και τα γένη. Οσο περισσότερο πλούτιζε η αριστοκρατία και ξεχώριζε από το λαό και μετατρεπόταν σε κλειστή τάξη εκμεταλλευτών, τόσο μεγάλωνε και η σημασία της βουλής. Ο βασιλιάς έπαψε να παίζει τον καθοδηγητικό ρόλο και διατήρησε μονάχα τον τίτλο του ανώτατου ιερέα. Κατά τον 8ο αιώνα (π.Χ.) η βασιλική εξουσία είχε πια τελείως εξαφανιστεί από τις περισσότερες ελληνικές κοινότητες. Στο βαθμό που διαμορφώνονταν οι τάξεις και δυνάμωνε ο ρόλος της αριστοκρατίας, γεννιόταν το κράτος, που έπρεπε να στερεώσει τις δημιουργημένες σχέσεις και να εξασφαλίζει την κυριαρχία της αριστοκρατίας πάνω στη μάζα των ελεύθερων και μισοελεύθερων ανθρώπων και των δούλων.

"Ενα μονάχα έλειπε ακόμα: ο θεσμός που δε θα εξασφάλιζε μονάχα τα νεοαποκτημένα πλούτη των ατόμων, ενάντια στις κομμουνιστικές παραδόσεις του καθεστώτος των γενών, που δε θα καθαγίαζε μονάχα την ατομική ιδιοκτησία, που τόσο λίγο την εκτιμούσαν προηγούμενα και θ΄ ανακήρυσσε αυτό τον καθαγιασμό σε ανώτερο σκοπό κάθε ανθρώπινης κοινότητας, μα που επίσης θα έβαζε τη σφραγίδα της γενικής κοινωνικής αναγνώρισης στις νέες μορφές απόκτησης ιδιοκτησίας που αναπτύσσονται η μια ύστερα από την άλλη, δηλ. την αδιάκοπα επιταχυνόμενη αύξηση του πλούτου. Ένας θεσμός που όχι μόνο θα διαιώνιζε τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, που μόλις άρχιζε, μα που θα διαιώνιζε και το δικαίωμα της ιδιοκτήτριας τάξης να εκμεταλλεύεται την αχτήμονα τάξη και την κυριαρχία της πρώτης πάνω στη δεύτερη. Κι ο θεσμός ήρθε. Εφευρέθηκε το κράτος". (σσ Φ. Ενγκελς, "Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους". Μαρξ-Ενγκελς, Διαλεχτά έργα, τομ. 2ος, σελ. 300-301, ελλην. έκδ. 1951)

Η εμφάνιση του κράτους σημείωσε, όπως τονίζει ο Ενγκελς, σπουδαιότατο σταθμό στην ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Επιτάχυνε την αποσύνθεση του συστήματος των γενών, διευκόλυνε την οικονομική, πολιτική και εκπολιτιστική ανάπτυξη της ταξικής κοινωνίας, τη διάσπαση της κοινωνίας σε πλούσιους και φτωχούς, την εγκαθίδρυση νέων κανόνων δικαίου, τη δημιουργία νέων αξιωμάτων. Στη διαμόρφωσή του το ελληνικό κράτος από το αριστοκρατικό καθεστώς της ομηρικής εποχής ως το δουλοκτητικό κράτος με τον καθαρά ταξικό χαρακτήρα της κλασικής Ελλάδας, πέρασε αρκετούς σταθμούς και αποτέλεσε μια φάση καθορισμένη στην ιστορία του αρχαίου κράτους και του κράτους γενικά.

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου