Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Ν. Σαρρή ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ»*


ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ»*

Από το βιβλίο του Ν. Σαρρή «ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Φιλοσοφία της Κοινωνίας και της Πολιτείας ως τον Αριστοτέλη – κεφ. ΙΙ Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Ν. Σαρρή


Η φιλοσοφική στροφή στην ανθρώπινη σκέψη πραγματώνεται στους Έλληνες ή οι Έλληνες είναι οι πρωτουργοί της Φιλοσοφίας η οποία στον ιστορικό χρόνο φανερώνεται ως δικό τους αποκλειστι­κό δημιούργημα. Και η καμπή που σημειώνεται από και με την αποφασιστικής σημασίας στροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αναδεικνύει ταυτόχρονα και τις διαστάσεις της ίδιας της Φιλοσο­φίας, εφόσον τα γενέθλια της συμπίπτουν με την ανάπτυξη όλων ίων στοιχείων του ριπιδίου που συνενώνει το πρωτότυπο πολιτι­σμικό παρελθόν της ελληνικής αρχαιότητας με τη δική μας εποχή. Μαζί με τη Φιλοσοφία και η Πολιτική, η Επιστήμη και οι Τέχνες, η ηθική και αισθητική αντίληψη, η πολύτροπη και ισχύουσα αξιολογία εκτείνονται σε κοινές ρίζες ενός πολιτισμού που διαμορφώ­νουν οι Έλληνες. Όπως παρατηρούσε το 1875 ο Άγγλος νομικός και κοινωνιολόγος Summer Maine, «σ’ αυτόν το μικρό λαό εναπόκειτο να δημιουργήσει την αρχή της προόδου και, με εξαίρεση τις τυφλές δυνάμεις της φύσης, δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο που να μην έχει ελληνική καταγωγή».

Σε γνωστά έργα που αναφέρονται στην Ιστορία της σκέψης και της Φιλοσοφίας, οι Έλληνες χαρακτηρίζονται ως «ένας λαός καλλι­τεχνών και φιλοσόφων», ενώ διαπιστώνεται ότι η «ελληνική ζωή δεσπόζεται από ένα στοχασμό του μέτρου, της ακρίβειας, της τάξης και της αρμονίας, σύντονα, μέχρι αγωνίας ευαίσθητου για το γίγνεσθαι και την καθολική ροή των πραγμάτων, κάτι το οποίο εξηγεί και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μελέτη της ελληνικής σκέ­ψης»1.

Οι Έλληνες φέρονται ως πλαστουργοί της Φιλοσοφίας, των Κοινωνικών επιστημών και της Πολιτικής και δημιουργοί των αφηρημένων επιστημών όπως της Λογικής και των Μαθηματικών και διευτερευόντως της Ιατρικής και των Φυσικών επιστημών. Προπάντων έχουν προσδώσει στην επιστήμη το αναλυτικό της όρ­γανο αντικαθιστώντας έτσι τις μέχρι τότε απλές πρακτικές των γεωμετρών και την αστρονομία εντελώς εμπειρική ανάμεικτη με αστρο­λογία. Της προσέδωσαν ακόμη μια θεωρητική μέθοδο πραγματευόμενη αριθμούς και μορφές και την εφαρμογή του συλλογισμού και της επαγωγής που ακλόνητα συναρτά το δεδομένο από εκείνες τις αρχές, των οποίων είναι η συνέπεια. Και η παραγωγική ορμή της ελληνικής σκέψης, πριν ακόμη ο Σωκράτης την πειθαρχήσει και της προσδώσει ένα σταθερό άξονα, διατύπωσε και πρό6αλε όλες σχεδόν τις επιστημονικές θεωρίες στις οποίες έκτοτε ο ανθρώπινος στοχα­σμός δεν έπαυσε να μεταιωρίζεται. Έτσι η ελληνική σκέψη πρόσφε­ρε στην ανθρωπότητα τις μοναδικές διεξόδους στο πεδίο του επιστη­τού, χαράσσοντας της τα σχετικά όρια και φέροντας την στο κατώ­φλι του μυστηρίου το οποίο δεν δίστασε να αντιμετωπίσει με τόλμη και φαντασία.

Στην ίδια ακριβώς ευθεία, το «ελληνικό θαύμα», όπως εύστοχα αποκλήθηκε από τον Renan, σημαίνεται και στα ανεξίτηλα ίχνη του Πλάτωνος, εκεί όπου η Ιδέα ως ερμηνευτική αρχή των φαινομένων και της ίδιας της πραγματικότητας, υποβάλλει τη μορφή σε μιαν αφαίρεση και οδηγεί τον αισθητό και νοητό κόσμο στην αναγκαία και αμετάβλητη ουσία του, την οποία συλλαμβάνει το πνεύμα. Κάτι το οποίο παράγει τα πάντα και το ίδιο πάντα υπάρχει και είναι ανώλεθρο. Κάτι το οποίο μας προσφέρει ως ον και ως νοούμενο, το σύνολο και ταυτόχρονα το καθ’ έκαστον. O Bergson σχετικά απο­φαίνεται ότι οι Έλληνες και ειδικά ο Αριστοτέλης, συγκρότησαν μια Μεταφυσική η οποία είναι η «φυσική μεταφυσική της ανθρώπι­νης διανόησης», δηλαδή μια μεταφυσική που έχει τη δυνατότητα, αλλά και που οφείλει να είναι ταυτόχρονα εύκαμπτη και σταθερή, κάτι το οποίο πετυχαίνει με την εισαγωγή των εννοιών της συνέ­χειας και του ενδεχόμενου ως μόνη εγγύηση της ατομικότητας και της προσωπικότητας, αλλά και με την παραπομπή στο Αγαθό που θεάται τις Ιδέες και τις προβάλλει στο όν. Μια μεταφυσική, η οποία έκτοτε συνεχώς κληρονομείται στη Φιλοσοφία και της οποίας η επαγωγή φθάνει μέχρι την εποχή μας. Μιαν εποχή όπου το «φιλο­σοφείν» εξακολουθεί να σημαίνει και «πλατωνίζειν». Κάτι που υπο­νοεί την αέναη, πίσω από τον κόσμο των αισθητών φαινομένων, αναζήτηση της αθέατης πραγματικότητας την οποία συλλαμβάνει «το μάτι του πνεύματος» και το οποίο με τη σειρά του την ενισχύει.

Ομολογείται ακόμη ότι οι Έλληνες, δημιουργοί της Γραμματικής και της Λογικής, της Φυσικής και της Μεταφυσικής, της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας, διέθεταν ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα μια γλώσσα η οποία με τη λεπτότητα, την ακρίβεια και τη διαύγεια της αποτέλεσε ένα θαυμάσιο όργανο ανάλυσης και διαμόρφωσε ένα διαιώνιο σύστη­μα σημείων που κυριαρχεί και στην εποχή μας. Αναντίρρητα, η ση­μειολογία που εγκαθίδρυσαν οι Έλληνες ισχύει σήμερα παγκοσμίως ως θεμελιακό στοιχείο του σύγχρονου πολιτισμού, ακλόνητο και απρόσβλητο από όποια πολυπολιτισμική φλυαρία, η οποία όπως είναι ευνόητο μόνο παράπλευρους τομείς μπορεί να αφορά. Πρόκειται για εκείνη τη σημειολογία που ενεργοποιεί τις επιστημονικές και νομι­κές αντιλήψεις και εκφράζει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των αν­θρώπων όπου γης. Η σημειολογία την οποία ανακάλυψαν οι Έλλη­νες είναι τόσο πλατιά και αγκαλιάζει τόσο βασικές έννοιες οι οποίες συνυπάρχουν με τη μέθοδο σκέψης και την θεώρηση των πραγμάτων, ώστε η χρήση της οδηγεί σε μια καθ' εαυτόν «διανοητική φύση» που έχει γίνει η δεύτερη φύση της ανθρωπότητας. Παράδειγμα είναι λέξεις/σημεία όπως: φαινόμενον, άπειρον, γένεσις, τύχη, ανάγκη, ου­σία, αρχή, λόγος, φύσις, τέλος, κόσμος, νους, γένος, είδος, μορφή, εντελέχεια αλλά και ηθική, πολιτική, οικονομία, δημοκρατία, πράξη όπως και μουσική, αρμονία, θέατρο, δράμα, τραγωδία, κωμωδία.

Σε επέκταση λοιπόν όλων αυτών των διαπιστώσεων και ως συ­μπέρασμα, οι συγγραφείς των Ιστοριών της ανθρώπινης σκέψης δεν παραλείπουν να καταλήγουν πως «όλοι μας (δηλαδή όλη η ανθρω­πότητα που διαλέγεται με την κοινή σημειολογία που αναφέρθηκε) είμαστε τα πνευματικά παιδιά της Ελλάδας». Και αυτό «εφ’ όσον οι μορφές σκέψης που κληρονομήσαμε από τους Έλληνες καλύπτουν όλο το πεδίο της διανόησης και του πνεύματος».

Ακόμη και με λιγότερο ενθουσιαστική και περισσότερο κριτική διάθεση, η αξιολόγηση του «ελληνικού θαύματος» στην εποχή μας γίνεται με προοπτική τη συνάφεια του με αυτήν. Η κριτική όπου αυτή ασκείται οφείλεται περισσότερο στη λήθη της Αρχαιότητας παρά στη γνώση της. Και αυτό, δεδομένου ότι «καθημερινά στα σχέδια, τις πράξεις και τις φράσεις μας συλλέγουμε το αφηρημένο πρότυπο του χώρου από τους Έλληνες».

Ο χώρος όμως των Ελλήνων, εκεί όπου αναπτύχθηκε και το σημερινό σχεδίασμα του κόσμου μας, δυόμιση τουλάχιστον χιλιε­τίες πριν, δηλαδή η Ελλάδα έχει σαφή γεωγραφικά όρια παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν έπαυε να αποτελεί μιαν αφαίρεση. Σήμερα Ελλάδα είναι μια χώρα, ένα συγκεκριμένο κράτος, όπως είναι η Γαλλία ή η Ιταλία. Ωστόσο στην Αρχαιότητα δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό που σήμερα οι Έλληνες αποκαλούν «χώρα μας». Πα τους Έλληνες η Ελλάδα ήταν κάτι το γενικό, ανά­λογο με τη «χριστιανοσύνη» στο Μεσαίωνα ή τον «αρα6ικό κόσμο» στις μέρες μας. Και αυτό γιατί οι Έλληνες ποτέ δεν είχαν αποτελέ­σει μια πολιτική ή εδαφική ενότητα.

Η Ελλάδα της αρχαιότητας εκτεινόταν σε μια εκπληκτικού εύ­ρους γεωγραφική ζώνη που περιλάμβανε τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου Πόντου, τα παράλια της Μικράς Ασίας, τα νησιά του Αιγαίου, τη σημερινή Ελλάδα, τη Νότια Ιταλία και το μεγαλύτερο τμήμα της Σικελίας και προεκτεινόταν δυτικά στις δυο ακτές της Μεσογείου μέχρι την Κυρηναϊκή στη Λιβύη, τη Μασσαλία, περι­λαμβανομένων και μερικών τμημάτων της Ισπανίας. Γενικά, η ζώνη αυτή μπορεί να παρασταθεί σαν μια μεγάλη έλλειψη, με τη Μεσό­γειο (και τον Εύξεινο Πόντο θεωρούμενο ως προέκταση της, διαμέ­σου των στενών του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου και ενδιάμεσα της Προποντίδας) να συγκροτεί έναν επιμήκη άξονα - μια πολύ πλατιά έλλειψη, δεδομένου ότι ο ελληνικός πολιτισμός μεγάλωσε και ανα­πτύχθηκε στη θάλασσα και όχι στο εσωτερικό. Η έλλειψη αυτή εστιά­ζεται στο Αιγαίο, θάλασσα απολύτως και ολοκλοηρωτικά ελληνική, θάλασσα όπου κυριαρχεί το καθάριο και συνάμα αμίαντο και άγιο φως, το φάος ἀγνόν.

Μπορούμε να απαριθμήσουμε ένα προς ένα τα μεγάλα κέντρα της τεράστιας έλλειψης στην οποία εκτείνεται η Ελλάδα, ο ελληνι­κός κόσμος, δίχως να εισχωρήσουμε στο εσωτερικό σε βάθος μεγα­λύτερο των τριάντα-σαράντα χιλιομέτρων. Εκτός από αυτή τη λε­πτή εδαφική ζώνη, η ενδοχώρα θεωρούνταν πάντα περιφεριακά, γιατί εκεί η γη προορισμό είχε την εκμετάλλευση των προϊόντων της που εξασφάλιζαν στον ελληνικό κόσμο τη διατροφή, που του παρείχαν τον ορυκτό πλούτο και τους δούλους, μια γη που προορισμό της είχε να δέχεται τα προϊόντα της ελληνικής βιοτεχνίας και όχι να οικισθεί από Έλληνες.

Η έλλειψη ενιαίας πολιτειακής οργάνωσης των Ελλήνων δεν σήμαινε και έλλειψη ενιαίας εθνικής, θα λέγαμε σήμερα, συνείδη­σης. Αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε σε πολλά πολιτειακά μορφώματα της αρχαιότητας όπου το ενιαίο του κράτους δεν συνοδευόταν κατ' ανάγκη από μια ενιαία συνείδηση του λαού ή των λαών που περι­λαμβανόταν στα όρια της επικράτειας, όλοι οι Έλληνες χωρισμένοι οε διάφορα κράτη είχαν κοινή συνείδηση ότι ανήκαν σε ενιαίο πο­λιτισμό. Η εθνική δηλαδή συνείδηση των Ελλήνων, η συνενωτική συνείδηση της ελληνικότητας, αναδυόταν από τη συμμετοχή και το μερισμό κοινής πολιτιστικής αξιολογίας, η χρήση της κλίμακας της οποίας ήταν κοινή. Για τον Ηρόδοτο «τό Ἑλληνικόν, ἐόν ὅμαιμόν τε καί ὁμόγλωσσον, καί θεῶν ἱδρύματα τε κοινά καί θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα», δηλαδή η ύπαρξη του Ελληνικού έθνους οφείλεται στην ταυτότητα του αίματος και της γλώσσας, των ναών και της θρη­σκείας, στον κοινό τρόπο της ζωής μας. Ο προσδιορισμός από τον Ηρόδοτο της εθνικής συνείδησης διακρίνεται για την εκπληκτική ευκρίνεια στη στοιχείωσή της, δεδομένου ότι διόλου δεν διαφέρει από εκείνον που δίνει η σύγχρονη Κοινωνιολογία ή η Πολιτική Επιστήμη. Στο κοινό πεδίο «ημείς» που συνδέει τους Έλληνες, ο Ηρόδοτος, γεννημένος το 484 π.Χ., συγκαταλέγει και την κοινή καταγωγή, το «ὅμαιμον», το ίδιο αίμα. Έναν αιώνα μετά, περίπου το 380 π.Χ. ο Ισοκράτης, στην ωραιότερη ίσως ρήση του έργου του, δίνει το μέτρο της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων — συνείδηση ταυτόχρονα και της ανωτερότητας του πολιτισμού που είχαν ανα­πτύξει: «Τοσοῦτον δ' ἀπέλειπεν ἡ πόλις ἡμῶν περί τό φρονεῖν καί λέ­γειν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταί τῶν ἄλλων διδά­σκαλοι γεγόνασιν, καί τό τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλά τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καί μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τούς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τούς τῆς κοινῆς φύσεως με­τέχοντας», δηλαδή η πόλη μας —η Αθήνα— ξεπέρασε τόσο πολύ τους άλλους ανθρώπους ως προς τη σκέψη και το λόγο, ώστε οι μαθητές της έγιναν δάσκαλοι των άλλων και έκανε το όνομα των Ελλήνων να χρησιμοποιείται όχι ως προσδιορισμός της καταγωγής, αλλά του καλλιεργημένου πνεύματος και να ονομάζονται περισσό­τερο Έλληνες εκείνοι που έχουν τη δική μας παιδεία παρά εκείνοι που ανήκουν στην ίδια φυλή με μας.

Η διαφορά ανάμεσα στους δύο ορισμούς είναι προφανής. Ο αιώ­νας που χωρίζει τον Ηρόδοτο από τον Ισοκράτη είναι εκείνος στον οποίο πραγματώθηκε η τέλεια καρποφορία του Ελληνικού πολιτισμού ή που οι καρποί του τελευταίου έχουν φθάσει στην ωριμότητα τους. Το κριτήριο πλέον δεν είναι μόνον περισσότερο πολιτιστικό απ’ ό,τι ήταν, είναι σχεδόν αποκλειστικά πολιτιστικό, έχει δηλαδή συντελεστεί η υπέρβαση του βιολογικού παράγοντα από τον πνευματικό, έχει κυριαρχήσει ο νους του σώματος, ή ο νους έχει δομή­σει έναν κόσμο πανανθρώπινο όσο και Ελληνικό.

Μόνον αφελείς όσο και εκ του πονηρού αμφισβητήσεις για την αξία που κομίζει η βαριά πνευματική κληρονομιά, την οποία οι Έλληνες κληροδότησαν σε επιγενόμενους πολιτισμούς και σε μεταγενέστερες εποχές, όπως και στη δική μας, μπορούν να γίνουν. Και είναι αφελείς, όσο και πονηρές, συνεπώς δίχως αντικείμενο, αν λάβει κανείς υπόψη τη δίτροπή τους κατεύθυνση: Από τη μια προβάλλεται ότι πολλά στοιχεία από τα οποία δομήθηκε η ελληνική σκέψη, η πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε, ως ένα βαθμό ανευρίσκεται σε προγενέστερους πολιτισμούς της Εγγύς, κυρίως, Ανατολής. Ωστόσο η ιδιαιτερότητα όσο και η πρωτοτυπία της ελληνικής σκέψης δεν προκύπτει από τα καθ’ έκαστον στοιχεία από τα οποία δομείται η ίδια, αλλά από την ίδια τη δομή στην οποία συντάσσονται και με­τουσιώνονται, δηλαδή στο λόγο που τα συναρθρώνει, έτσι όπως αρθρώνεται ο ίδιος. Κυρίως όμως ανευρίσκεται στην αναμφισβήτητη πατρότητα του ίδιου του λόγου, στη διαιώνιά του μοναδικότητα. Κάτι που ανήκει αποκλειστικά στους Έλληνες.

Σε ένα πρόσφατο και πολύ αξιόλογο σύγγραμμα που πραγμα­τεύεται την «Ελληνική σκέψη», δίνεται νηφάλια, αλλά αποστομωτική απάντηση σε ισχυρισμούς της σύγχρονης παρακμής:

«Η ακατάλυτη πρωτοτυπία των ίδιων των Ελλήνων ίσως να ειναι η ακόλουθη: ότι εξ ορισμού και από την ίδια την κατάσταση είναι οι μόνοι που δεν είχαν τους Έλληνες να προηγούνται απ' αυ­τούς. Αναμφίβολα ο πνευματικός τους πολιτισμός δεν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, όπως και τις αρχές του αλφάβητου τους τις έχουν δανειστεί απ' τους Φοίνικες. Έτσι δεν πρέπει να μεμψιμοιρούμε για το ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί και επιστήμονες, με μια δύναμη αυ­ξανόμενης πεποίθησης, υποκαθιστούν το «Ελληνικό θαύμα» από τους «Έλληνες δίχως θαύμα». Αλλά εκείνο που οι Έλληνες κατόρθωσαν με τους προηγούμενους πολιτισμούς, ήταν ότι πολύ νωρίς τους μετασχημάτισαν, εναποθέτοντας τη δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα, και στράφηκαν ενάντια στους πιστωτές τους, που τους φαίνονταν να παριστούν είτε έναν αντίθετο πολιτισμό (η εκπληκτική Αίγυπτος με το κύρος της), είτε το αντίθετο του ίδιου του πολιτισμού (η δε­σποτική και βάρβαρη Μεσοποταμία). Όπως όλοι όσοι τους ακολουθήσουν, στοχάζονται πάνω στους Έλληνες, αλλά κανείς δεν το κατορθώνει, πολύ απλά γιατί οι Έλληνες, είναι εκείνοι οι ίδιοι. Η σκέψη τους, όπως εκείνη του Αριστοτελικού θεού, είναι μια σκέψη της σκέψης»2.

Από την άλλη, οι πονηρές κριτικές προσανατολίζονται στην αμ­φισβήτηση της ελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ειλικρίνειας με απλοϊκές προτάσεις που στρέφονται στον τύπο της κοινωνίας και των παραγωγικών σχέσεων κατά την ελληνική Αρχαιότητα. Για παράδειγμα με περισσή υποκρισία διατυπώνεται το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να αναφερόμαστε σε δημοκρατική κοινωνία στην οποία οι δούλοι και οι μέτοικοι, δηλαδή οι μη πολίτες είναι υπέρτεροι κατά πολύ των ελεύθερων και κατ’ επέκταση ενεργών πολιτών; Και ενώ η υποκρισία, σε μεγαλύτερο βαθμό, προκύπτει από την υποκειμενική λήθη του πραγματικού μηνύματος που κομίζει στην ανθρωπότητα η ελληνική σκέψη, η οποία ενισχύεται από την άγνοια της αρχαίας γραμματείας, η απάντηση των ερωτημάτων έρχεται αποστομωτική από τους κατόχους και γι' αυτό συναπολογητές της σκέψης και συνάμα κατήγορους των κατηγόρων της.

Στο πρόσφατο σύγγραμμα που μνημονεύσαμε διευκρινίζεται ότι «μεταξύ της λήθης των αρχαίων μηνυμάτων και του μη επιδεχόμενου τη λήθη λόγου, κληρονομήσαμε από τους Έλληνες δυο αντιθε­τικά και αδιαχώριστα μεταξύ τους πράγματα: τα υπογάστρια ψέματα και τις καθαρές αλήθειες». Ποια είναι, λοιπόν τα ψέματα και ποιες οι αλήθειες;

Για ποιες δημοκρατίες μπορεί να υπερηφανεύεται με περισσή υποκρισία και ωμότητα η ανθρωπότητα σήμερα; Μήπως για την αμερικανικού τύπου ή του τύπου που προδιέγραψε o Condorcet, o οραματιστής της προόδου της ανθρωπότητας, ο διαφωτιστής με το τραγικό τέλος, δηλαδή αυτό που αποκαλούμε «σύγχρονες δημοκρατίες»; Το ερώτημα αναπέμπει στη διακρίβωση εάν και κατά πόσον υπάρχει ισότητα εκεί όπου αυτή εκλαμβάνεται ως δεδομένη. Δεν υπήρξε ισότητα ούτε μεταξύ της αριστοκρατίας αλλοτινών εποχών και γι' αυτό είναι ανεπίτρεπτη και η εξίσωση και υπαγωγή της σε μια γενική κατηγορία. Βαρόνοι και μαρκήσιοι, μικροί ευγενείς ή μεγάλοι κυρίαρχοι διαμόρφωναν μια κλειστή και προστατευμένη κοινωνία, έτσι όπως στην Αρχαία Ελλάδα ήταν «τεράστιος ο αριθ­μός των μετοίκων, των δούλων και των γυναικών δίχως ψυχή» σε σχέση προς τους ελεύθερους πολίτες. Παρόμοια όμως δεν είναι στις μέρες μας και η κατάσταση των «δίχως ψωμί και παιδεία άθλιων του Τρίτου και Τέταρτου κόσμου»; Αυτού του είδους δημοκρατίες «δεν χάνουν ποτέ τη δύναμη και τη δόξα τους και από πλευράς γέννησης, γνώσης, πολιτικής εξουσίας, νομικής, μέσων μαζικής επικοινωνίας ή δημοσιονομικής, καλύπτουν υποκριτικά τις πιο σκληρές ολιγαρχίες που βρίσκονται στη δεξιά όπως βρίσκονται και στην αριστερά, τις δικές τους και τις δικές μας. Και οι επωφελούμε­νοι από όλα τα θεσμικά πλεονεκτήματα υπερφαλαγγίζουν σε απόλαυση τη λογική, τη δικαιοσύνη, την καλοσύνη, με κορύφωση της ανεξίσωσης: την ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας. Έχουμε ωσαύτως κληρονομήσει από την Ελλάδα τις ψευδολόγους διαδόσεις, οι οποίες κάτω από τα άνθη τους κρύβουν μιαν ανισότητα, η βαρβαρό­τητα της οποίας απανθρωπίζει, οδηγεί στη λιμοκτονία και δολοφο­νεί τους αδύναμους»3.

Όπως διαπιστώνει κανείς δεν παρίσταται καν ανάγκη να έχει κανείς υπόψη του ότι η Ελληνική Αρχαιότητα ήταν μια κοινωνία η οποία χρονικά απέχει πολύ από τη δική μας, συνεπώς θα όφειλε ως εποχή και ως πολιτισμός να χαίρει την επιείκεια μιας αναλογικής μεταχείρισης, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν πέτυχαν μεν την ισότητα αλλά ήταν εκείνοι που πρώτοι διατύπωσαν εξισωτικές αντιλήψεις, όπως διατύπωσαν σχεδόν όλες τις απόψεις που εκφράζονται ως υψηλά διανοήματα της εποχής μας - και κάθε εποχής. Πολύ δύσκολα 6ρίσκει κανείς κάτι που δεν εξέφρασαν ή δεν υπεννόησαν οι Έλληνες. Ίσως οι Έλλη­νες να ήταν οι μόνοι που «όλα είδαν και όλα διέγνωσαν».

Η Ελληνική Αρχαιότητα είναι τόσο διαχρονική, όσο και σύγχρο­νη. Και ως συγκριτικό με αυτήν μόρφωμα δεν πρέπει να προσάγεται μόνον εκείνο της Δυτικής κοινωνίας και της δυτικής σκέψης, αλλά και άλλα, μεταξύ των οποίων και του Ισλάμ, μια και σ' αυτό η επίδραση της ελληνικής σκέψης υπήρξε αποφασιστική. Εάν και κατά πόσο τα μετέπειτα μορφώματα πλησιάζουν ή απομακρύνονται από το αρχικό, είναι ένα ζήτημα που η επίλυση του προϋποθέτει γνώση των ειδικών συνθηκών που ορίζουν την κοινωνική σύνθεση καθενός από αυτά.

Σε αντίθεση προς το ψεύδος, υπάρχει «και η καθαρή αλήθεια που έχουμε πάρει από την Ελλάδα». Μπορεί να έχουμε «χάσει όλα τα ίχνη αυτού που ήταν η αρχαία ιστορία γύρω από το Αιγαίο». Δεν είναι μόνο ότι «το χώρο της ελληνικής εγκυκλοπαίδειας ραβδώνουν διαγωνίως ζεύγη στα οποία διαλέγονται το παγκόσμιο με το ειδικό, το πιο λιτό, ενώ η ένταση τους δεν διαλύεται ποτέ», είναι ότι προκειμέ­νου να κατανοήσει κανείς την ελληνική γνώση, στη βάση της δικής μας, «θα πρέπει να συνενώσει πρώτα απ’ όλα τα διπλά όργανα των πιο πρόσφατων ανθρωπιστικών επιστημών: της Γλωσσολογίας, της Εθνολογίας, της Εθνογραφίας, των Συγκριτικών μυθολογιών, των διαφόρων Ανθρωπολογιών και ειδικά των θρησκειών, των θεωριών της θυσίας... πλέον εκείνων των εξαιρετικών επιστημών ακριβείας: της Μεταμαθηματικής, της Λογικής, των διαφόρων αλογαρίθμων». Τέλος, θα πρέπει να τοποθετηθεί μια τρίτη γνώση, διαμερική ή διαγωνική σε σχέση προς τις επιστήμες των δύο προηγουμένων κατηγοριών, ισχυρών και κοινωνικών». Αυτό προϋποθέτει την ακολουθία εκείνης της πορείας που χάραξαν «ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και οι Στωικοί και τόσοι άλλοι που ανακάλυψαν τη Φιλοσοφία ως σκέψη των νόμων της αφηρημένης παράστασης, των νόμων του κόσμου και των νόμων του άστεως, όπως τη σκέψη του ενικού, του ατομικού, του κοινωνι­κού και του παγκόσμιου, τα τοπικά είδωλα και τις σχηματικές ιδέες». Είναι ο μονόδρομος της φιλοσοφικής πορείας που ακολουθεί ο δυτι­κός άνθρωπος, αλλά και ο κάθε άνθρωπος παγκοσμίως.

Αυτό σημαίνει πως πάνω απ' όλα όμως η Ελλάδα, ως ιστορική πραγματικότητα και ειδικά το Αιγαίο, το ελληνικό αυτό Αρχιπέλα­γος, κατέλειπε στην παγκοσμιότητα κάτι το μοναδικό και αξεπέρα­στο. «Δεν θα υπάρξει στην ιστορία των λαών και απ’ όλες τις γλώσσες, παγκοσμίως, μια και μόνη επιστήμη, μια και μόνο σύμφυτη γνώση που θα αποκαλείται πάντοτε στα ελληνικά από την κατάληξη στην οποία οικεί το προκαθορισμένο». Πρόκειται βέβαια για το Λόγο ως αρχή και ως λέξη/σημείο.

Οι εισαγωγικές όμως παρατηρήσεις μας για την ελληνική σκέψη θα πρέπει να μας οδηγήσουν στη γένεση του κυριότερου καρπού της, της Φιλοσοφίας. Η γένεση που προϋπέθετε μια κυοφορία ανακατατάξεων και μετεξελίξεων της ελληνικής κοινωνίας μέσα στον ιστορικό χρόνο.

* Από το βιβλίο του Ν. Σαρρή «ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Φιλοσοφία της Κοινωνίας και της Πολιτείας ως τον Αριστοτέλη – κεφ. ΙΙ Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

1 Jaques Chevalier, Histoire de la Pensee, I, La Pensée Antique, Flamarion, Paris 1955, σελ. 59.

2 Jaques Brunschwig, Geoffrey Lloyd, Le Savoir Grec, Flamarion, Paris 1996, σελ. 17-18.

3 Michel Serres, "Diagonales", πρόλογος, όπ. παρότι, σελ. 11.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου